Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρήστος Βακαλόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρήστος Βακαλόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Όλγα Ρόμπαρντς (1989)

Η Όλγα Ρόμπαρντς είναι η δολοφόνος που κρύβεται πίσω από το θάνατο αράβων μεγιστάνων στην Αθήνα.  Ένας  νεαρός κλέφτης, ανακαλύπτει τυχαία την ταυτότητα της και με τη βοήθεια ενός φίλου, αρχίζει να την παρακολουθεί.
  Η πρώτη μεγάλους μήκους ταινία του κριτικού κινηματογράφου, ραδιοφωνικού παραγωγού, αρθρογράφου, συγγραφέα, σεναριογράφου, σκηνοθέτη και μέγα καφενόβειου Χρήστου Βακαλόπουλου (προηγήθηκαν δυο μικρού μήκους- Βεράντες.1984  και Θέατρο.1986 και ακολούθησε το Παρακαλώ, Γυναίκες, Μην Κλαίτε.1992 με τον Στ.Τσιώλη). Απεβίωσε σε ηλικία μόλις 37 ετών (1956-1993) από καρκίνο του πνεύμωνα.
  Κεντρικός χαρακτήρας του έργου είναι η γυναίκα του τίτλου. Την υποδύεται η πάντα υπέροχη Όλια Λαζαρίδου. Παίζει σκοποβολή σε κάποιο λουνα παρκ και με άνεση κερδίζει μια κούκλα. Από το κεφάλι της βγάζει ένα χαρτί με κωδικοποιημένο μύνημα και το καίει. Ανεβαίνει σε μια ταράτσα πολυκατοικίας, συναρμολογεί το όπλο που κρύβει σε θήκη κιθάρας, σημαδεύει ατάραχη και εκτελεί έναν άραβα κροίσο. Επαγγέλεται δολοφόνος επι πληρωμή και αγαπά πολύ τη δουλειά της. Ήταν 20 χρόνια στο Detroit και η ελλάδα της έμοιαζε με παιδικό παιχνίδι.  Σε ηλικία 10 ετών πήρε μέρος στον παγκόσμιο διαγωνισμό "χτίσματα στην άμμο" και της αρέσει η Μονόπολυ (2.000δρχ). Είναι βαριά άρρωστη και επέστρεψε για να πεθάνει στην Αθήνα. "Αυτοκτονεί  από ψηλά σκοτώνοντας άραβες γιατι θέλει να την βρει ο θάνατος εν ώρα εργασίας". Για την ώρα, έχει μεταφέρει κάποια έπιπλα στην ταράτσα της Μπλε Πολυκατοικίας που μένει και αράζει εκεί.
  Ένας νεαρός πορτοφολάς την ανακάλυπτει τυχαία και τα λέει όλα στο κλεπταποδόχο βεντζινά Τσάκωνα (σαν να βγήκε από το Κλασσική Περίπτωση Βλάβης.1987) και αυτός τον στέλνει στον Επιστήμονα (Στ.Τσιώλη) που είναι καλός στα προγνωστικά. Έναν ερασιτέχνη προπονητητή μπασκετ που φορά φόρμα του Άρη, πετάει σοφίες ("υπάρχει ανενεργός δράση?") και τον ενδιαφέρει ότι συμβαίνει στις ταράτσες γιατί "αυτοί που ερωτεύονται, ζουν και σκοτώνουν από τις ταράτσες είναι πρωτοπόροι". Η ταμίας ενός super market που την εγκατέλειψε ο πορτοφολάς, η καζινομανής μάνα της που πιστεύει ότι οι άραβες πεθαίνουν από την γκαντεμιά της, ένας ψεύτικος τυφλός επαίτης (20.000 δρχ μεροκάματο), μια καφετζού ξεματιάστρα, ο ίδιος ο X.Βακαλόπουλος σε ρόλο μαφιόζου, ένας νταβατζής, και ένας –όχι απλός- γείτονας (Α.Καφετζόπουλος) συμπληρώνουν το υπόλοιπο καστ.
  Όμως ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι η Αθήνα. "Ένα τεράστιο παρασκήνιο όπου συγκρούονται κοσμοπολίτικες καταστάσεις με την υπόγεια ελληνική πραγματικότητα". Η δράση μεταφέρεται στις ταράτσες, ένα σκηνικό στον αέρα, από όπου μπορούμε να δούμε την πόλη, από την αθέτη πλευρά της, όπως πραγματικά είναι (αυτοκίνητα, τσιμέντο, κεραίες και χάος με φόντο την ακρόπολη), από μια πρωτότυπη(!) οπτική γωνία. Με ένα θέμα από "αυτά που συμβαίνουν μόνο στο σινεμά", με σκηνοθετικό ύφος την "σκηνοθεσία που δεν φαίνεται", παρατηρεί την σύγχρονη καθημερινή ζωή, τους κοινωνικούς χώρους, τους πολιτισμούς, τους πολύβοους δρόμους, τις γωνίες της πόλης και την ελλ. αστική πραγματικότητα, χωρίς έπαρση, βαρύγδουπες ιδέες, υψηλά νοήματα, ιδεολογίες, κλισε, στυλιζαρίσματα, φετιχισμό της τεχνικής και δεν ξεχνά να υπογραμμίσει την μανιακή οπισθοδρομικότητα της (με sample από την ταινία Η Θεία Απ’το Σικάγο.1957). Μια κομεντι παρεξηγήσεων με στοιχεία σασπενς που αποφεύγει τους βαρετούς χαρακτηρισμούς- φεστιβαλική, πρωτοποριακή, κινηματογράφος του δημιουργού, ταινία δράσης αλα αμέρικα ("εξάλλου τέτοιες ταράτσες μόνο στην ελλάδα υπάρχουν") και την ξεφτιλισμένη ελληνική βραβειομανία. Η πίστη του στη συλλογική δουλειά, η προέλευση του από την κριτική, η αντισυμβατικότητα και η βαθειά  του σχέση με τον κινηματογράφο αφήνουν τα ίχνη τους στην ταινία. Μια αθόρυβη, γνήσια, μοναχική, μεγάλη στιγμή του εγχώριου σινεμα, επιμελώς θαμμένη από την Ταινιοθήκη και τον αυτοαποκαλούμενο Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο. Ταξίδι σε ένα τόσο κοντινό και τόσο μακρινό  παρελθόν.
1.-Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να συνενοηθούν από το τηλέφωνο?
   -Αφού αλλού μιλάνε και αλλού κοιτάνε…
2. Ευχαριστούμε τον άνθρωπο που μας έστειλε το dvd από του διαόλου τη μάνα.
3.






Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Οι Βοσκοί (1967)





[H Εκρηξη Της Συλλογικης Μυθολογιας]

 Είναι δυνατόν η συλλογική μυθολογία μιας κοινωνίας να σπάσει τις ίδιες τις κοινωνικές συμβάσεις και να προκαλέσει την Επανάσταση? Ναι, μοιάζει να λέει ο Νίκος Παπατάκης στους Βοσκούς.  Ή τουλάχιστον, μόνο προσεγγίζοντας  αυτή τη συλλογική μυθολογία μπορεί να μιλήσει κανείς για την Επανάσταση.  Έτσι, μεγάλο Σάββατο μεσημέρι μέχρι την Κυριακή του πάσχα, το τυπικό ελληνικό χωριό, αντί να ζήσει την ανάσταση, το τυπικό του μασκαρέματος των κοινωνικών και ατομικών συγκρούσεων, το  τελετουργικό της  καθεστηκυίας τάξης, ζει την εξέγερση του. Εξέγερση όχι ενάντια στην οικονομική καταπίεση ή την πολιτική εξουσία, εξέγερση στη λειτουργεία της κοινωνίας, έτσι όπως αυτή διέπεται από μερικούς μύθους. Η Πατριαρχία, η παντοδυναμία του Άρχοντα, η Μοίρα των φτωχών, το απαγορευμένο της σεξουαλικής επαφής, το Ιερό της ιδιοκτησίας, η συγγνώμη του Αφέντη.
       Μια τέτοια εξέγερση πώς γίνεται εφικτή? Πρώτα- πρώτα όχι μέσα από ψυχολογικές συγκρούσεις. Ο Παπατάκης «αποπροσωποποιεί» τους ηθοποιούς του, τους θέλει μεσάζωντες αλλά ποτέ φορείς των συγκρούσεων. Ο ρόλος τους είναι εκείνος της «φιγούρας» που παίρνει τη θέση του αρχαίου χορού.  Ο Γ.Διαλεγμένος (Θανος Ζέκος) είναι η πάλη του δούλου με την ιδεολογία της δουλείας,  η Όλγα Καρλάτου (Δέσποινα) το πέρασμα από την πατριαρχική υποταγή στην απελευθέρωση και το θάνατο, ο Λάμπρος Τσάγκας (φίλος του Θάνου, γιος του αφεντικού) η διαμάχη της ατομικής ευαισθησίας με την αποδοχή της κυρίαρχης μυθολογίας. Η εξέγερση λοιπόν δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα μιας ρήξης με τους κανόνες και τις συμβάσεις που ρυθμίζουν τη ζωή της κοινωνίας και ρυθμίζονται από τους μύθους που προαναφέραμε. Το μέσο- η ανατροπή, η αναταραχή, η ένταση, το ντελίριο του λόγου. «Βοσκοί της αναταραχής» είναι ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας. Η ρήξη δεν μπορεί να συντελεστεί παρα με το ξύπνημα της συλλογικής μυθολογίας της φτωχής αγροτιάς, που θα τινάξει στον αέρα τις συμβάσεις και το «άγιο πάσχα» που προσπαθεί να τις στερεώσει. Η άρχουσα τάξη πετάει τη μάσκα. Οι χωροφύλακες ανεβαίνουν στο βουνό για να κυνηγήσουν και να σκοτώσουν τον Θάνο και τη Δέσποινα, που το σκάνε. Η νεόκοπη δικτακτορία ένα τρόπο γνωρίζει-τη βίαιη καταστολή. Η μάσκα έχει πέσει.  Ο μύθος δεν μπορεί να λειτουργήσει πια.
      Η ίδια η δομή της ταινίας του Νίκου Παπατάκη άλλωστε ακολουθεί με συνέπεια αυτή τη λογική. Την αρχική, συμβατική, συγκρατημένη περιγραφή χώρων, προσώπων και καταστάσεων θα διαδεχθεί η ένταση, η ανατροπή των σχέσεων και η τελική απόδοση της λυσσαλέας έκφρασης της συλλογικής μυθολογίας, που βρίσκεται εν εξεγέρσει παραλύοντας τους μηχανισμούς λειτουργίας της κοινωνίας.  Ο διάλογος εξελίσεται προς την κατεύθυνση των κραυγών, της εξαλλοσύνης, της προφορικής «βλασφημίας προς το κοινωνικό σύνολο». Η κάμερα θα εγκαταλείψει τους δρόμους του χωριού και θα ξεψαχνίσει τη βουνίσια γη, προνομιούχο χώρο ελεύθερης έκρηξης της συλλογικής μυθολογίας.
       Στο βαθμό όμως που η ταινία αναφέρεται στην ελληνική πραγματικότητα, μια τέτοια ανάλυση δεν θα μπορούσε παρά να περάσει μέσα από τον ορισμό της «ελληνικότητας», σημείο που κατά τη γνώμη μας είναι και το πιο ενδιαφέρον στους Βοσκούς. Γιατί μέσα στην ταινία υπάρχει ένα βασικό ερώτημα – πως θα απαλλαχθεί η έννοια της «ελληνικότητας» απ’όλα εκείνα τα στοιχεία που προσκολήθηκαν στο σώμα της και τελικά κατέλαβαν την θέση της? Πως θ’αποτιναχθεί το φολκλορ, ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός, η παράδοση σαν μέσο απάλυνσης των ταξικών διαφορών, στοιχεία που παραπέμπουν κατευθείαν  στην κυρίαρχη ιδεολογία? Η ταινία απαντά με σαφήνεια- μέσα π’τη γύμνια του χώρου και των στοιχείων που τον απαρτίζουν, μέσα από την απογύμνωση των πολιτιστικών κωδίκων που αναφέρονται στο φολκλορ, στην παράδοση κ.τ.λ., μέσα απ’την κατάδειξη των νέων στοιχείων που έχουν εισβάλει στην ελληνική κοινωνία (μαγνητόφωνο, μίνι φούστα της Δέσποινας, αυτοκίνητο του γαμπρού, κουστούμι του Θάνου στο βουνό, πούρο). Έτσι αυτό το αποφορτισμένο νοηματικά πεδίο θα γίνει ο χώρος εγκαθίδρυσης μιας πραγματικής «ελληνικότητας».
       Χρειάζεται άραγε να αναφέρουμε πόσο σημαντική είναι η επαφή του ελληνικού κοινού με μια πραγματικά ελληνική ταινία? Όμως ας μη βιαστούμε. Ο ίδιος γνώριμος κύκλος των θαμώνων του «Στούντιο» και μόνο θα απολαύσει τους Βοσκούς. Και πάλι καλά. Ωστόσο για πρώτη φορά αισθανθήκαμε με τόση ένταση την ανάγκη να σπάσει ο ασφυκτικός κύκλος της αίθουσας τέχνης, για να φτάσουν οι ταινίες στο άμεσα ενδιαφερόμενο κοινό.


Χρηστος Βακαλοπουλος
25.2.1976 


1.Ολοκληρη η ταινια εδω
http://www.cinegreece.com/2012/11/1967_22.html