Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Scanners (1981)

Ένας επιστήμονας που ειδικεύεται σε μια ομάδα ανθρώπων με εξαιρετικές τηλεπαθητικές δυνατότητες ονόματι «Scanners» στέλνει ένα άγνωστο μέλος για να εντοπίσει και να εξοντώσει τον ισχυρότερο σκάννερ που ηγείται μιας υπόγειας οργάνωσης με σκοπό των πολλαπλασιασμό τους και την δημιουργία μιας παντοδύναμης αυτοκρατορίας.
Cronerberg παλιακός. Ο καναδός της καρδιάς μας. Εισηγητής του body horror και ανανεωτής του σινεμά του Φανταστικού. Μια σχολή μόνος του. Η 4η ταινία του (σκηνοθεσία ΚΑΙ σενάριο) μετά τα Shivers(1975), Rabid(1977), The Brood (1979) και αυτή που τον έκανε γνωστό και εκτός καναδά.
Ξεκινά με τον καλό σκανερ- λουμπεν, αντικοινωνικός και τέρας της φύσης- να περιπλανιέται μόνος σε εμπορικό κέντρο. Όταν αντιλαμβάνεται οτι μια γριά τον κακολογεί, λόγω του παρουσιαστικού του, την αναγκάζει Μόνο με την σκέψη του και μέσω αφόρητων σωματικών πόνων να χτυπιέται στο πάτωμα. Τον εντοπίζουν κάποιοι μυστήριοι και τον απαγάγουν...Ο κακός σκαννερ έχει πάει σε μια διάλεξη -στην πρώτη παγκόσμια παρουσίαση του φαινομένου των σκαννερς, όπου είναι καλεσμένοι όλοι οι vips των ΗΠΑ. Γίνεται εθελοντής μιας επίδειξης σκανινγκ και ανατινάζει το κεφάλι του παρουσιαστή -το διασημότερο Head Explosion -σήμα κατατεθέν της ταινίας. Ο δημιουργός του πειραματικού φαρμάκου κυήσεως /αιτία της εμφάνισης των σκαννερς  αναλαμβάνει την ψυχοπροπόνηση του καλού και την ανακούφιση του απ'τις βασανιστικές χαώδες φωνές που ακούει μέσα στο κεφάλι του κάθε σκάννερ (ο κακός έκανε μια τρύπα ανάμεσα στα δυο μάτια για να τις βγάλει έξω) και τον στέλνει να διεισδύσει στην οργάνωση. Λίγοι μόνο μήνες μένουν για την γέννηση μιας ολόκληρης γενιάς από Σκάννερς.
Φουτουριστικό θριλερ, διαστρεβλωμένη επιστήμη, τρελός επιστήμονας, βιομηχανική κατασκοπεία, συνωμοσία για την παγκόσμια κυριαρχία, o ανθρώπινος φόβος της σωματικής μετάλλαξης και των μολύνσεων, τα παιδιά του μέλλοντος και η ηθική της επιστήμης, η μάχη του κακού με το καλό σε ένα ανώτερο επίπεδο δύναμης, Xavie VS Magneto... Όλα μέσα σε ένα ιδιόμορφo intellectual συνδιασμό τρόμου και επιστημονικής φαντασίας πάνω σε μια (όπως πάντα) πρωτότυπη σεναριακή ιδέα. Τα καλοσχεδιασμένα εφε και το ευρήμα της έκρηξης (αν και δεν γίνεται κατάχρηση αυτών) έκαναν αίσθηση στην εποχή τους συντελλώντας σημαντικά στη φήμη της ταινίας. Την παράσταση κλέβει ο υπερκακός- wannabe Jack Nicholson- Michael Ironside, ο καλός είναι κάποιος καναδός νεο-  εξπρεσιονιστής ζωγράφος Stephen Lack. Παλαιομοδίτικο πρώιμο 80s cult classic, χωρίς γυμνό, με σπλαττερ μοντέρνα τέχνη, τεράστια γυαλιά και αρχαίους υπολογιστές χωρίς τοίχο προστασίας από ψυχοσκανάρισμα, μουσική ως συνήθως από Howard Shore και μια εντυπωσιακή μάχη στο φινάλε. Θα μπορούσε να είναι και καλύτερο αλλά καίγεται από το περίπλοκο υπερφιλόδοξο σενάριο του. Πολύτιμη ηχώ αλλότινων καιρών. Ακολούθησαν (χωρίς συμμετοχή από Cronerberg) τα Scanners II: The New Order (1991), Scanners III: The Takeover (1992) Scanner Cop (1994), Scanners: The Showdown (1995)


Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

On the Road (2012)

Η ταινία «On the road» («Στο Δρόμο») είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζακ Κερουανγκ. Το εν λόγο μυθιστόρημα έχει γραφτεί την δεκαετία του ΄50 και θεωρείται το σήμα κατατεθέν της λεγόμενης μπιτ λογοτεχνίας. Είχα αποπειραθεί να το διαβάσω σε ηλικία 17 ετών, αλλά δεν τα κατάφερα. Έφηβος ήμουν εξάλλου, είχα άλλα πράγματα να κάνω. Το ξαναέπιασα στα χεριά μου γύρω στα 20, ένα μεσημέρι στο σπίτι στα Εξάρχεια όπου ζούσα όταν ήμουν φοιτητής. Με κράτησε μερικές ώρες... Στην συνέχεια άνοιξα το παραθύρι μου και το πέταξα έξω, αναγκάζοντας το να βρεθεί, μετά από μια όμορφη πλάγια βολή, εκεί που πραγματικά του άξιζε: Στο δρόμο.
Εν έτη 2012 είπα να δω και την ταινία. Ανώδυνη επιλογή. Ας σταθούμε λίγο στην ιστορία της ταινίας. Ο Σαμ είναι ένας 30άρης αμερικάνος που προσπαθεί να γράψει ένα βιβλίο, αλλά δεν του έρχεται κάποια ιδέα. Αποφασίζει λοιπόν, να εγκαταλείψει για κάποιο χρονικό διάστημα το σπίτι και την μητέρα του και να ξεκινήσει ένα οδοιπορικό προς την δύση. Έτσι ξεκινάει το ταξίδι του χρησιμοποιώντας τρένα και κάνοντας οτοστόπ. Σκοπός του είναι να απολαύσει και να αποκτήσει διάφορες εμπειρίες. Βλέπουμε λοιπόν το Σαμ να είναι στην καρότσα ενός φορτηγού μαζί με εργάτες και να απολαμβάνει τον ήλιο, να πίνει και να χορεύει σε ένα καταγώγι, να γνωρίζει και να μιλάει με κόσμο. Κάπου κολλάει με τον Ντιν, ένα όμορφο 30άρη που θέλει και αυτός να ζήσει την ζωή του. Ο Ντιν λειτουργεί για τον Σάμ σαν καθοδηγητής και μέντοράς στο δρόμο για την αναζήτηση και ολοκλήρωση των επιθυμιών του. Ο Σαμ και ο Ντιν, λοιπόν, αποτελούν τον πυρήνα μιας μικρής παρέας που πίνει, κάνει χρήση κάποιων ναρκωτικών, προσπαθεί να κάνει ομαδικό σεξ, χορεύει και φιλοσοφεί.
Όλα αυτά στην ταινία παρουσιάζονται σαν σχετικά ακραίες κοινωνικά συμπεριφορές. Αν όμως ο θεατής γίνει λίγο πιο προσεχτικός θα καταλάβει ότι δεν συμβαίνει ακριβώς αυτό. Στην ουσία τα ταξίδια τους διαρκούν κάποιους μήνες και όταν ο Σαμ επιστρέφει στην μητέρα του, ο Ντιν παντρεύεται και γίνεται πατέρας.  Όταν γεμίσουν τις μπαταρίες τους, ο Σαμ και ο Ντιν ξαναρίχνονται στην περιπλάνηση, εγκαταλείποντας για κάποιο χρονικό διάστημα τις εστίες τους. Ο Σαμ πολλές φορές έρχεται αντιμέτωπος με την αδικία. Ένας μαυραγορίτης του αγοράζει κοψοχρονιά ένα κειμήλιο του πατέρα του και ο Σαμ δυσφορεί καθώς παίρνει τα λεφτά. Ένας επιστάτης τον πληρώνει ελάχιστα μετά από μια εξαντλητική μέρα στις βαμβακοφυτείες και ο Σαμ τον στραβοκοιτάζει καθώς παίρνει τα λεφτά. Ένας μπάτσος τους γράφει για υπερβολική ταχύτητα και ο Σαμ προβληματίζεται καθώς του δίνουν τα λεφτά. Γενικά δεν αντιδρά. Κοιτάζει πως να αποφύγει οποιαδήποτε ρήξη. Το θυμό του τον βγάζει σε κάτι χαρτάκια που γράφει το ημερολόγιο του. Μόνο αυτό τον νοιάζει τον Σαμ, η καταγραφή των εμπειριών του, ως εσωτερική αντίληψη της πραγματικότητας. Πάραυτα καμία αλληλεπίδραση. Η κορύφωση της ταινίας είναι μια νύχτα της τελευταίας περιπλάνησης των ηρώων στη Ν. Αμερική και συγκεκριμένα στο Μεξικό. Εκεί οι ήρωες μας έχουν μαστουρώσει και μεθύσει, ψωνίζουν σε ένα τοπικό οίκο ανοχής μεξικανίδες και ξεσαλώνουν. Το επόμενο πρωί οι δρόμοι τους χωρίζουν. Ο Ντιν επιστρέφει στη γυναίκα του και ο Σαμ στην μητέρα του.
Όλη η διακεκομμένη περιπέτεια των ηρώων πρέπει να κράτησε περίπου δυο χρόνια (μαζί με χρονικό διάστημα που ήταν σπίτια τους). Στο τέλος της ταινίας ακολουθεί μια σκηνή, που οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι αποκαλύπτει και την άποψη του σκηνοθέτη για αυτήν την γενιά. Ο Σαμ κουστουμάτος, γραβατωμένος και γυαλισμένος ετοιμάζεται να μπει σε ένα σχετικά πολυτελές αυτοκίνητο συνοδευόμενος από μια παρόμοια παρέα. Εκεί συνάντα ο Ντιν: Ξεμαλλιασμένο, κουρασμένο, ταλαιπωρημένο. Τα βλέμματα τους συναντιούνται. Ο Σαμ είναι ψυχρός και αγέρωχος. Ο Ντιν, με ανάσα παγωμένη, του λέει «διέσχισα χιλιόμετρα για να σε βρω». Το βλέμμα του Σαμ τον απορρίπτει. Η διαφορά τους είναι μεγάλη. Η διαφορά τους είναι ταξική.  Ο Σαμ αποκαλύπτεται. Το μόνο που έκανε όλο αυτό το διάστημα ήταν φτηνά ταξίδια, αν όχι ασήμαντα, σίγουρα μονοσήμαντα. Νοιάζονταν να περάσει καλά, έχοντας μέσα του μια κρυφή γραμμή πλεύσης που θα τον οδηγούσε στο τέλος σε ένα ασφαλές λιμάνι. Ήξερε τι έκανε. Ήταν πονηρός. Ο Ντιν, αν και ήταν το ίδιο εγωιστής, δεν είχε γραμμή πλεύσης, επένδυε σε λάθος σχέσεις, σε λάθος άτομα που το μόνο κοινό που είχαν ήταν η ψευδαίσθηση ότι είχαν κάτι κοινό.  Για αυτό βγήκε και χαμένος. Μετά από αυτήν την συνάντηση-προδοσία, το φινάλε της ταινίας δείχνει το Σαμ να βιάζεται να γράψει το βιβλίο του. Ο κύκλος είχε κλείσει. Η ιστορία του είχε ολοκληρωθεί με την προδοσία του συνοδοιπόρου του. Το βλέμμα του δεν δείχνει καμία μεταμέλεια, ίσως μόνο μια μικρή ενοχή. Φαίνεται όμως πως δεν έχει σημασία για αυτόν. Εξάλλου, τον απασχολούν άλλα πράγματα και βιάζεται να γράψει. Βιάζεται πολύ να γράψει το βιβλίο του. Προφανώς γιατί ανησυχεί μη ξεχάσει. Γράφει για όλες τις εμπειρίες των ταξιδιών του, γρήγορα, χωρίς κόμματα και λεκτικά τεχνάσματα. Γράφει, γράφει, γράφει... Η επιθυμία του να γράψει είναι το ίδιο έντονη με κάποιον που τον έχει πιάσει κόψιμο και θέλει να χέσει. Και έτσι ο Σαμ γράφει σαν να χέζει, βιαστικά και χωρίς σκέψη. Έτσι γεννήθηκε η μπιτ λογοτεχνία. Ο Σαμ είναι ο Τζακ Κερουαγκ και το «On the Road» η κουράδα του.

από κάποιον αναγνώστη

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

The Road (2009)

Κοντινό μέλλον. Μια τεράστια καταστροφή κάλυψε με ένα σύννεφο στάχτης τον πλανήτη. Η χλωρίδα και η πανίδα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί και οι λιγοστοί άνθρωποι που απέμειναν έχουν στραφεί στον κανιβαλισμό. Ένας άντρας με τον 12χρονο γιο του διασχύζουν την κατεστραμμένη Αμερική με κατεύθυνση τον νότο, τη θάλασσα. Σέρνουν ένα καρότσι με τα λιγοστά τους εφόδια και έχουν μαζί τους ένα πιστολι για αυτοάμυνα ή αυτοκτονία.
Το τέλος του κόσμου είναι ο αγαπημένος μύθος, της κουρασμένης απο τον εαυτό της, Δύσης. Η  εσχατολογική επιθυμία γίνεται πραγματικότητα κάτω από αδιευκρίνιστα αίτια εξαλείφωντας κάθε ίχνος πολιτισμού και κοινωνικού ιστού. Τα ρολόγια σταμάτησαν, ο ήλιος χάθηκε, η κεκαλυμμένη βαρβαρότητα απελευθερώθηκε και επιστρέψαμε αυτόματα στον πρωτογονισμό και τους νόμους της ζούγκλας.
Το παιδί γεννήθηκε στο Μετά και ανακαλύπτει τον κόσμο με τη βοήθεια του πατέρα (Viggo Mortensen) που με απλοικότητα παραμυθιού του εξηγεί πως έχει η κατάσταση..."εμείς είμαστε οι Καλοί-αυτοί που κουβαλούν την φλόγα μέσα τους, Κακοί είναι αυτοί που τρώνε ανθρώπους". Προσπαθεί να του εμφυτεύσει κάποιες από τις αξίες του παλαιού κόσμου λέγοντας του ιστορίες ανδρείας και δικαίωσης και του μαθαίνει να χειρίζεται το πιστόλι. Τον βασανίζει ακόμα η στιγμή που η μάνα (Charlize Theron) τους παράτησε λίγο καιρό μετά τη γέννα και έφυγε μόνη μη αντέχωντας τη νέα τάξη πραγμάτων. Μοναδικός λόγος ύπαρξης του η επιβίωση του παιδιού. Διασχίζουν για χρόνια το χάος και στην πορεία τους συναντούν άλλους απελπισμένους κουρέλιδες (Robert Duvall, Guy Pearce), κλέφτες, συμμορίες κανιβάλων, αποθήκες ανθρώπων/τροφίμων και έχουν να αντιμετωπίσουν την πείνα, το μόνιμο ψύχος, συχνούς μετασεισμούς και όξινη βροχή. Πιάνο, τζάκι, καναπές, σαμπουάν, κοκα κολα (η καλύτερη διαφήμιση εβερ) είναι άχρηστες πλέον πολυτέλειες- απομεινάρια πολιτισμού- ενώ οι ληγμένες κονσέρβες είναι θησαυρός. Ζόφος ρέων. Απόγνωση, φόβος, μοναξιά και ματαιότητα. Η επιβίωση είναι η νέα ηθική και η οικογένεια η τελευταία αξία.
Μεταφορά του ομότιτλου πουλιτζερικού μυθιστορήματος του Cormac McCarthy (No Country for Old Men) από τον αυστραλό John Hillcoat (The Proposition.2005) που σεβάστηκε την (θεωρητικά μη κινηματογραφήσιμη) πρώτη ύλη και δεν το ξεφτύλισε με ανούσιες σκηνές δράσης και εκρήξεις. Το περιβάλλον είναι ο 3ος πρωταγωνιστής- ένα έρημο απέραντο γκρίζο ρημαγμένο τοπίο πλήρης αποσύνθεσης με βαριά ατμόσφαιρα απόλυτης παρακμής που συμπληρώνεται από το μινιμαλιστικό σαουντρακ του Nick Cave. Η ασάφεια των αιτιών της καταστροφής και το διφορούμενο φινάλε διευρύνουν την αλληγορία πάνω στο " Έτσι τελειώνει ο κόσμος, όχι με έναν πάταγο, αλλά με έναν λυγμό" (T.S.Eliot). Feel bad υπαρξιακό road movie, μετα-αποκαλυπτικό οικογενειακό δράμα, δράμα ενηλικίωσης στο ποτέ και πουθενά, μαθήματα επιβίωσης με αξιοπρέπεια στο ολοκάυτωμα.