Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Pitfall (1962)

Ένας ανθρακωρύχος μαζί με τον γιο του, παρατά τους εργοδότες του και περιπλανιέται σε αναζήτηση καλύτερης εργασίας. Φτάνει σε μια ερημική πόλη και δολοφονείται από ένα μυστηριώδη άντρα χωρίς προφανή λόγο.
Ξεκινά ως περιπλάνηση σε κατεστραμμένα τοπία, ερημικές πόλεις, λασπότοπους και ορυχεία της Ιαπωνίας που ανασυντίθεται μετά τον πόλεμο. Με το φόνο αυτό ξεκινά μια σειρά καταστάσεων ανάμεσα σε δυο κόσμους που συνυπάρχουν αλλά δεν μπλέκονται ποτέ, στον κόσμο των ζωντανών και σε αυτό των νεκρών. Οι νεκροί συνεχίζουν τη ζωή τους μιμούμενοι αιώνια τις κινήσεις που έκαναν τη στιγμή του θανάτου τους (πχ κάποιος που πέθανε πεινασμένος θα πεινά για ολόκληρη την αιωνιότητα), περιφέρονται ανούσια ανάμεσα στους ζωντανούς και μάταια προσπαθούν να επέμβουν στις εξελίξεις. Ο ανθρακωρύχος, ως φάντασμα πια, αναζητά απαντήσεις για τον θάνατο του, ζητά δικαιοσύνη νομίζοντας ότι έτσι θα αναπαυθεί εν ειρήνη και παρακολουθεί την αδιαφορία και την εκμετάλλευση του θανάτου του από την αστυνομία, ψευδομάρτυρες και τους δημοσιογράφους. 
Ο Τεσιγκαχάρα απ την πρώτη κιόλας μεγάλου μήκους ταινία του (και πρώτη από τις τέσσερις συνεργασίες ανάμεσα στον Τεσιγκαχάρα, το λογοτέχνη Κόμπο Άμπε και τον συνθέτη Τόρου Τακεμίτσου) μας παρουσιάζει την ριζοσπαστική οπτική του πάνω στην αφήγηση και το στυλ. Μέσα από φανταστικές εικόνες παρακολουθούμε την μίζερη καθημερινότητα της εργατικής τάξης, την αγωνία των νεκρών για δικαιοσύνη, την ύπουλη δράση των συνδικάτων, αδίστακτους εργατοπατέρες, την ματαιότητα να εκφράζεται ως το κοινό σημείο νεκρών και εργατών, έναν πρωτότυπο εκτελεστή, ένα απαθές πονηρό παιδί που Δεν συμβολίζει την αθωότητα, βιασμό από μπάτσο, τον πόλεμο εταιριών και συνδικάτων, θα μας θυμίσει την 6η αίσθηση (1999) αλλά και Tα φτερά του έρωτα (1987)… όλα αυτά σε μιάμιση ώρα μόνο.
Μιξάροντας διάφορα είδη σινεμά (κοινωνικό ρεαλισμό, σουρρεαλισμό, ντοκιμαντέρ, δράμα, έγκλημα και συνομωσία) μας διηγείται μια ευρηματική ονειρική αλληγορική (δυστυχώς διαχρονική) ιστορία για την εξαθλίωση, την ηθική, τον αγώνα για επιβίωση και τα όνειρα της εργατικής τάξης που εξαπατάται από τα συνδικάτα και ζει σαν όμηρος των εταιριών της μεταπολεμικής Ιαπωνίας. Μετά από αυτή τη ταινία θα γυρίσει τα αριστουργήματα Γυναίκα στους αμμόλοφους(1964) και το Πρόσωπο ενός άλλου (1966)
1. Όταν είσαι ζωντανός θα ήταν χρήσιμο να' σαι αόρατος, και όταν είσαι είναι αβάσταχτο.

Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

The Grey Zone (2001)


Στo Άουσβιτς η προετοιμασία των κρατουμένων για το θάλαμο αερίων και η μετέπειτα ''επεξεργασία'' των υπολειμμάτων τους, ήταν δουλειά μιας ομάδας συγκρατούμενων τους, γνωστών ως Sonderkommandos. Σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία τους με τους Ναζί, τους παρέχονταν ειδικά προνόμια και ασύγκριτα καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, παρόλο που και οι ίδιοι γνώριζαν ότι θα είχαν την ίδια τύχη με τους συντρόφους τους.
Ξεκινά παρουσιάζοντας την καθημερινότητα των τροφίμων του Άουσβιτς - γυναίκες κομμάντος κατασκευάζουν πυρομαχικά, ομαδικές εκτελέσεις, καύσεις νεκρών, μουσικούς να υποδέχονται καινούργιους τρόφιμους, σχέδια απόδρασης, ανακρίσεις, βασανιστήρια, προσπάθειες αντίστασης και προσπάθειες αυτοκτονίας, στοίβες πτωμάτων, άψυχους SS και ότι περιμένεις να δεις σε ένα holocaust movie.
Το ιδιαίτερο εδώ είναι οτι βλέπουμε, για πρώτη φορά, μια άλλη πτυχή των στρατοπέδων του θανάτου. Mια ελίτ ξεπουλημένων εβραίων που θα εργάστουν για τους ναζί για μια μικρή παράταση ζωής, θα πετάξουν τους νεκρούς συντρόφους τους στη φωτιά και θα εισπνέουν καθημερινά την στάχτη τους διατηρωντας έτσι την ελπίδα της επιβιώσης ζωντανή. Θα δούμε τη στάση των ναζι απέναντι τους αλλά και τη στάση των υπόλοιπων εβραίων. Αυτοί λοιπόν, έχοντας διατηρήσει κάποιες δυνάμεις ακόμα, και σίγουροι πια για το αναπόφευκτο μέλλον τους, θα επιχειρήσουν την μοναδική εξέγερση που σημειώθηκε σε στρατοπεδο συγκέντρωσης.
Με αφορμή αυτή την αληθινή ιστορία ο Tim Blake Nelson (σε μια πρωτοφανή έκλαμψη της ανούσιας καριέρας του) θα μας δείξει οτι η οικειότητα με το Πρόβλημα (θάνατος, υποταγή, ανέχεια...) μπορεί να είναι χειρότερο από το ίδιο το Πρόβλημα. Χωρίς εύκολους συναισθηματισμούς και με την απουσία μουσικής καταφέρνει να δημιουργήσει ένα απόκοσμο ψυχρό περιβάλλον χωρίς να ωθεί κανένα συναίσθημα (εξάλλου το συναίσθημα είναι ένα και το ξέρουμε πρίν πατήσουμε play). Mε καλή αλλά όχι πομπώδη παραγωγή χτίζει μια απόκοσμη ψυχρή ατμόσφαιρα, χωρίς πολλά πολλά σκηνικά, με έμφαση στους διαλόγους και τους χαρακτήρες, χωρίς γραφικότητες και εύκολους συναισθηματισμούς, με εξαιρετικό cast (Harvey Keitel στο ρόλο του αξιωματικού των SS και Steve Buscemi σε ρόλο εβραίου μαυραγορίτη) μας παρουσιάζει τα όρια της ανθρώπινης αδυναμίας.
1. μια ερμηνεία του ολοκαυτώματος εδω

Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

GEORGE ROMERO AND HIS ZOMBIE TRILOGY ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΡΙΝΩΤΙΚΟ FANZINE “HIGH FREQUENCIES” ΤΕΥΧΟΣ 1- ΜΑΡΤΙΟΣ 2004

Ο George Romero γεννήθηκε το 1940 στη Νέα Υόρκη. Ήταν συγγραφέας και σκηνοθέτης, γνωστός πιο πολύ ως ο άνθρωπος που ξεκίνησε τη σειρά και σχολή ταινιών με κεντρικό θέμα τους ζωντανούς νεκρούς, γνωστούς στο ευρύτερο κοινό ως zombies, των όντων αυτών που ξαναζούσαν μόνο και μόνο για να τραφούν από τους ζωντανούς και που δεν υπηρετούσαν και δεν ακολουθούσαν κανένα εκτός από το ένστικτο τους. Ο G. Romero ήταν πρωτοπόρος αφού ήταν ο πρώτος που ανακάλυψε και ασχολήθηκε με τη συγκεκριμένη κινηματογραφική σχολή τρόμου και τάραξε τα νερά του τότε mainstream κινηματογράφου ενώ πρόσδωσε στο κινηματογράφο μια πεσιμιστική χροιά εναρμονισμένη με το τότε κλίμα στις Η.Π.Α που ήθελε τη τότε νεολαία να αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τις αρχές και να εναντιώνεται στον πόλεμο του Βιετνάμ που ήταν πιο φρικτός από κάθε ταινία του Romero. Εξάλλου τα πολιτικοκοινωνικά μυνήματα που περνάει μέσα από τις ταινίες του είναι ξεκάθαρα.

The Night of the Living Dead (1968)
Η πρώτη ταινία της zombie τριλογίας του Romero. Είναι μια ασπρόμαυρη, low-budget ταινία, με αξεπέραστη ατμόσφαιρα, με άσημους και άπειρους ηθοποιούς που παρόλα αυτά όμως έκανε το μπαμ και δημιούργησε μια ολόκληρη σχολή ταινιών τρόμου. Από ένα απροσδιόριστο οι νεκροί επανέρχονται στη ζωή και τρώνε τους ζωντανούς. Είναι πολύ αργοί και σκοτώνονται μόνο αν χτυπηθούν στο κεφάλι ή καούν. Ο κεντρικός ήρωας είναι μαύρος ενώ η συμπεριφορά και η θηριωδία ορισμένων ανθρώπων ξεπερνάει ακόμη και αυτή των νεκροζώντανων τεράτων. Η ταινία έχει επίσης ένα πολύ κλειστοφοβικό χαρακτήρα αφού οι βασικοί πρωταγωνιστές αμπαρώνονται σε ένα σπίτι για να γλιτώσουν από τις ορδές των zombies. Η ταινία που άλλαξε τα πάντα στο τρομακτικό και φανταστικό κινηματογράφο.









Dawn of the Dead (1978)
Στη 2η του ταινία ο Romero συνεχίζει στον ίδιο ρυθμό. Τα zombies έχουν εξαπλωθεί παντού αλλά αυτή τη φορά είναι άλλοτε τρομακτικά και άλλοτε κωμικά. Οι ζωντανοί νεκροί κατακλύζουν ένα εμπορικό κέντρο, ένα χωρό δηλαδή με προορισμένο για αγορά και κατανάλωση υλικών αγαθών. Δέχονται την επίθεση μιας ομάδας άγριων τσοπεράδων, πιο άγριων ίσως και τα ίδια τα τέρατα ενώ για άλλη μια φορά ένας από τους βασικότερους ήρωες είναι μαύρος. Για άλλη μια φορά η ταινία έχει ένα κλειστοφοβικό χαρακτήρα ενώ όπως και σε όλες τις zombie ταινίες του Romero αυτός που τραυμαατίζεται από τα zombies μετατρέπεται και αυτός σε zombie. Άλλο ένα cult classic!











Day of the Dead (1985)
Το 3ο μέρος της τριλογίας και ο επίλογος. Τα εφέ είναι πολύ βελτιωμένα ενώ είναι και η πιο gore ταινία από όλη τη τριλογία. Έχει πολλές καφρίλες όσον αφορά τις διατροφικές συνήθειες των zombies(δεν ενδείκνυται για ευαίσθητα στομάχια) και το κλειστοφοβικό στοιχείο παραμένει. Τα zombies έχουν αυτή τη φορά εξαπλωθεί παντού στη γη ενώ οι ζωντανοί έχουν κρυφτεί κάτω από τη γη (σε μια υπόγεια στρατιωτική βάση). Οι νεκροί περπατάνε στη γη και οι ζωντανοί έχουν χωθεί κάτω από αυτή. Για άλλη μια φορά η θηριωδία κάποιων ανθρώπων (στρατωτικών) ξεπερνάει αυτή των zombies ενώ πάλι ένας από τους βασικότερους ήρωες είναι μαύρος. Η καινοτομία σε αυτό το έργο είναι η ύπαρξη ενός εξημερωμένου zombie με ανθρώπινα συναισθήματα ενώ αξιοσημείωτη είναι και μια από τις τελευταίες σκηνές όπου ο κακός και αυταρχικός αρχηγός- στρατιωτικός πέφτει στη κυριολεξία στα χέρια των zombies (ή μήπως στα χέρια του λαού?).


Ο George Romero είναι αυτός που άλλαξε τα πάντα στη σχολή ταινών τρόμου και επηρέασε πολλούς μετέπειτα σκηνοθέτες (ακόμη και τον άλλο μεγάλο δημιουργό ταινιών zombies, τον Ιταλό Lucio Fulci) του είδους.

Angst (1983)


"I just love it when women shiver in deadly fear because of me.It is like an addiction,which will never stop" είπε στο δικαστήριο ο Werner Kniesek κατηγορούμενος για ένα τριπλό φονικό στην Αυστρία το 1980. Στην ιστορία του βασίστηκε η ταινία.

Ένας ψυχάκιας μητροκτόνος, βγαίνει απο τη φυλακή και αμέσως ψάχνει να βρει θύμα. Μετά απο μια αποτυχημένη προσπάθεια να σκοτώσει μια οδηγό ταξί, μπουκάρει σε ένα απομονωμένο σπίτι όπου κατοικεί μια ηλικιωμένη, η κόρη της και ο διανοητικά καθυστερημένος γιος της.
Γυρισμένη σε πραγματικό χρόνο, συνδυάζοντας το ντοκυμαντέρ με τα horror films της ιταλικής σχολής, χωρίς διαλόγους, μόνο με την αφήγηση του ψυχάκια που μας διηγείται την όλη ιστορία του, τα παιδικά του χρόνια, την εμμονή και τον εθισμό του με το φόβο, τα συναισθήματα, τις σκέψεις του αλλά και τις "πρακτικές" που ακολουθεί, μας βυθίζει για 80 λεπτά στο σκοτεινό μυαλό ένος serial killer.
Ο πρωτοποριακος Zbigniew Rybczynski με πλούσιο βιογραφικό στον πειραματικό κινηματογράφο παρακολουθεί τον "ήρωα" πότε αποστασιοποιημένα από ψηλά και πότε ενοχικά λεπτομερειακά από ασφυκτικά κοντά. Με τη βοήθεια της SnorriCam (συσκευή που πρώτα χρησιμοποιήθηκε στο SECONDS.1966), έγινε γνωστότερη απο τον Αronofsky και τώρα πια χρησιμοποιείται ακόμα και στις διαφημίσεις) παγιδεύει το βλέμμα του ψυχάκια που πολύ πειστικά υποδύεται ο Erwin Leder (γνωστός μας απο το αριστουργηματικό DAS BOOT.1981) προσθέτοντας υψηλή ένταση και ρεαλισμό σε κάθε του κίνηση. Οι τρομέρα σοκαριστικές ρεαλιστικές σκηνές αμοραλιστικής βίας προκαλούν συσπάσεις του στομάχου και καρφώνονται για πάντα στο μυαλό. H υπέροχη ψυχρή μουσική του τεράστιου Klaus Schulze (Tangerine Dream) δένει τέλεια με το ημι-ντοκυματερίστικο ύφος της ταινίας.
H λέξη-έννοια cult είναι πολύ μικρή για να περιγράψει αυτήν την αυστριακή, παντελώς άγνωστη, ταινία που επηρέασε τους Michael Ηaneke και Gaspar Noe

1.Πάει πακέτο με δυο αγαπημένες ταινίες του blog, το Μan Βites Bog (1992) και το Henry: Portrait of a Serial Killer (1986).

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Freaks 1932 ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΡΙΝΩΤΙΚΟ FANZINE “HIGH FREQUENCIES” ΤΕΥΧΟΣ 6 ( τελευταιο τευχος)

Δυο είναι οι ταινίες που θα στοιχειώσουν το Κινηματογράφο για πάντα: «Τα Ουρλιαχτά Για Χάρη του Σαντ» του Γκυ Ντεμπόρ (που είναι μια ταινία χωρίς εικόνες και διαλόγους) και το Freaks του Tod Browning . Και οι δύο είναι ταινίες που κανείς δεν θα ήθελε να γυρίσει και που κανείς δεν θα ήθελε να δει.
Το Freaks είναι ένα φιλμ που ξεπερνά και τις πιο σκοτεινές προοπτικές των ακραίων ταινιών τρόμου και φαντάζει ως ένα διαστρεμμένο ντοκιμαντέρ…Αρχικά, τουλάχιστον. Το Freaks του Tod Browning είναι πραγματικά μια ταινία εφιαλτικού ρεαλισμού. Γυρισμένο μόλις μια χρονιά μετά την θρυλική δουλειά του Browning στο Dracula, το Freaks έκανε άλματα μπροστά από την εποχή του, επιστρατεύοντας πραγματικά «φρικιά» για τους ρόλους και στοχεύοντας κατευθείαν στον πανικό του ασυνήθιστου σε τέτοιες εικόνες κοινού. Το αποτέλεσμα; Οι κινηματογραφικές αίθουσες να εκκενώνονται στο πρώτο τέταρτο της πλοκής και η ταινία να παραμείνει ταμπού σε πολλές χώρες του κόσμου για ολόκληρες δεκαετίες μετά την κυκλοφορία της (1932). Δείτε το σαν παραμορφωμένο νεορεαλισμό, σαν γκροτέσκο ντοκιμαντέρ, δείτε το όπως θέλετε, το θέμα είναι ότι υπάρχουν εικόνες και πρόσωπα που θα αποικιοκρατίσουν στο μυαλό για πάντα: Ένα άντρας χωρίς πόδια και χέρια ανάβει τσιγάρο με σπίρτα χρησιμοποιώντας μόνο το στόμα του, μια νεαρή κοπέλα χωρίς χέρια απολαμβάνει το γεύμα της τρώγοντας και πίνοντας με τα πόδια, δυο σιαμαίες αδερφές, μια γυναίκα με μούσια, μια παρέα εκ γενετής παραμορφωμένων να απολαμβάνουν το ήλιο και το παιγνίδι, ένα ερμαφρόδιτος…Μπροστά σε αυτούς, το πρωταγωνιστικό δίδυμο νάνων είναι κάτι το εντελώς ανώδυνο...
Η ταινία ξεκινάει με έναν πρόλογο, μια αναδρομή στην ιστορία των λαθών της φύσης ανά τους αιώνες. Σημάδια κακοτυχίας ή «κατάρας των θεών», τα «φρικιά» (χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη χωρίς οποιοδήποτε προσβλητικό ή ρατσιστικό χαρακτήρα) ανέκαθεν κυνηγούνταν από τις οικογένειες τους και εγκαταλείπονταν στον θάνατο. Όσα κατάφερναν να επιζήσουν όμως, δένονταν με τους ομοίους τους, ακολουθώντας άγραφους κανόνες αλληλεγγύης : Αν κάποιος έκανε κακό σε έναν από αυτούς, ήταν σαν να έκανε κακό σε όλους. Η εκδίκηση ήταν το φυσικό επακόλουθο…-λεπτομέρεια σημαντική για την ιστορία μας. Τέλος, όπως αναγγέλλει η εισαγωγή, με ύφος ιμπρεσάριου τσίρκου, «Never again will such a story be filmed,as modern science and teratology is rapidly eliminating such blunders of nature from the world».Και η αλήθεια είναι ότι όντως μια ταινία σαν τον Freaks δεν θα επαναληφθεί ποτέ
Η ταινία αναφέρεται σε μια απλή ιστορία έρωτα ενός νάνου για μία όμορφη ακροβάτισσα και διαδραματίζεται στο χώρο ενός τσίρκου.
Υπόθεση: Ο Hans και τη Frida (δύο νάνοι) παρακολουθούν το ακροβατικό νούμερο της Πανέμορφης Cleopatra .Είναι φανερό ότι ο Hans είναι μαγεμένος από την ομορφιά της. Η Cleopatra, η οποία είναι ζευγάρι με τον Κουταλιανό του τσίρκου, Hercules στην αρχή υποκρίνεται ενδιαφέρον και δέχεται τα δώρα του νάνου Hans, ενώ στη συνέχεια, όταν μαθαίνει ότι ο Hans θα κληρονομήσει μια περιουσία αποκαλύπτει στον Ηercules το σχέδιο της: Θα παντρευτεί τον Hans και στη συνέχεια θα τον δηλητηριάσει. Παρά τις προειδοποιήσεις της Frida, ο Hans παντρεύεται την Cleopatra, και διοργανώνει γλέντι, σε μια από τις πιο εξέχουσες σκηνές της ταινίας τα φρικιά «υιοθετούν» την Cleopatra φωνάζοντας «Οne Of Us, One Of Us!» ( «Είσαι ένας από εμάς») και η «νύφη» αηδιασμένη φανερώνει την πραγματική της φύση: «I hate you,monsters!» ( «Σας Μισώ Τέρατα!»). Στη συνέχεια, το σχέδιο της ξεσκεπάζεται και τα «Φρικιά» οργανώνονται μυστικά και παίρνουν την εκδίκηση τους, η οποία είναι αποτρόπαια και αιματηρή.. Η βία και η τρομερή εκδίκηση των «Φρικιών» μας θυμίζει πως όλη η ιστορία ξεκινάει από τους ανθρώπους και καταλήγει στους ανθρώπους…Τελικά σε αυτή την ταινία τα τέρατα δεν είναι τα «Φρικιά», αλλά οι καθώς πρέπει Κύριοι και Κυρίες με την καθώς πρέπει εξαπάτηση και απληστία και το καθώς πρέπει μίσος
Δεν έχει νόημα να ψάχνει κανείς τεχνικές αξίες στο Freaks. Η ταινία γυρίστηκε με πολλές δυσκολίες που είναι εμφανείς σε αρκετά σημεία της όπως επίσης και στις ερμηνείες, μιας που τα περισσότερα μέλη του καστ δεν είναι ηθοποιοί. Και όμως, αυτή είναι η πραγματική δύναμη της ταινίας. Δεν παρακολουθούμε ηθοποιούς κάτω από τόνους make up, αλλά πραγματικά πλάσματα που υποδύονται τους εαυτούς τους, ίσως νύξη σε μια, πρωταρχική Μέθοδο. Μάλιστα, οι περισσότερες απ΄ τις αρχικές επιλογές για τους ρόλους των «κανονικών» απέσυραν το ενδιαφέρον τους όταν έμαθαν ότι θα εμφανίζονταν δίπλα σε αυτές τις φιγούρες. Στην ταινία το τσίρκο απότελεί μια κοινότητα διαφορετικών, που αποδέχεται ο ένας τον άλλον για αυτό που είναι και όχι για αυτό που φαίνεται. Στην ταινία δεν αναφέρεται ούτε ένα ρατσιστικό σχόλιο, ούτε ένας απαξιωτικός χαρακτηρισμός.
Για τους κενόδοξους ανθρώπους με την περιχαρακωμένη σκέψη η ταινία μόνο συνειρμούς αποστροφής μπορεί να δημιουργήσει.Για τους ελευθεριακούς ανθρώπους με τη διεισδυτική ματιά, η ταινία αποτελεί σύμβολο για την ομορφιά του διαφορετικού, την σιδηρά δύναμη της θέλησης, το ξεπέρασμα των αστικών προτύπων, το αίσθημα συλλογικότητας, το ανυποχώρητο του αγώνα.