Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Fritz the Cat (1972)


Ο Φρίτζ είναι ένας φοιτητής/γάτος στη Νέα Υόρκη των 60ς που τον ενδιαφέρουν μόνο τα ναρκωτικά και το σεξ. Καίει τα βιβλία του και αποφασίζει να ζήσει σαν ποιητής, να γευτεί στο έπακρο κάθε εμπειρία, όλα τα παράδοξα και τις ειρωνείες της ζωής και να τριγυρνάει σε όλους τους δρόμους του κόσμου. Σε ένα κακόφημο μπαρ στο Χάρλεμ, ωθούμενος από το ενοχικό σύμπλεγμα των λευκών αντιρατσιστών, γίνεται φίλος με τον Δούκα/κοράκι, έναν ακτιβιστή για τα δικαιώματα των μαύρων, που αργότερα, σε μια ξέφρενη βόλτα στη πόλη με κλεμμένο αυτοκίνητο, θα του σώσει την ζωή. Φτάνουν σε ένα μπουρδέλο με πεσμένη δουλειά λόγω των διαδηλώσεων, και εκεί, σε μια στιγμή υψηλής μαστούρας και καύλας, ανοίγει το "τρίτο μάτι" του και χύνεται στους δρόμους να μιλήσει για την επανάσταση καλώντας τον κόσμο να εναντιωθεί σε αφεντικά και μπάτσους. Ακολουθεί εξέγερση και συμπλοκή με μπάτσους (...μάντεψε την ζωική μορφή τους) όπου πέφτει νεκρός ο Δούκας ενώ επικηρύσσεται ο Φριτζ. Μια φίλη/αλεπού θα τον φυγαδεύσει με έναν σκαραβαίο για το Σαν Φρανσίσκο. Στην έρημο μένουν από βενζίνη και γνωρίζει έναν πρεζάκια μηχανόβιο/αρουραίο που τον οδηγεί σε μια παρέα/ερπετών εξτρεμιστών, ανώμαλων, μηδενιστών, μισογύνιδων που ετοιμάζονται για την μεγάλη κοινωνική επανάσταση ανατινάζοντας ένα εργοστάσιο της δεη, αφού πρώτα βασανίσουν μια γκρούπι/ φοράδα. Τους βοηθάει πρίν το καταλάβει και βρίσκεται κρατούμενος και βαριά τραυματισμένος στο νοσοκομείο αλλά θα αναστηθεί για ένα ακόμα μαστουρωμένο όργιο (μεταξύ διαφόρων ειδών του ζωικού βασιλείου).
    Το πρώτο animated film που χαρακτηρίστηκε Ακατάλληλον Δι'Ανηλίκους. Tο πιο πετυχημένο ανεξάρτητο animation. Δημιουργία του Ralph Bakshi, μεταφορά του ομότιτλου, ανατρεπτικού, προβοκατόρικου και επιδραστικότατου κομικ βιβλίου του θρυλικού Robert Crumb. Μια ανασκόπηση της ταραχώδους δεκαετίας του 60 με οδηγό τον μεγαλύτερο αλήτη γάτο. Μια ανελέητη, χωρίς προηγούμενο, over the top σάτιρα σε όλα τα επίπεδα- φύλο, φυλή, θρησκεία, βία, σεξ, πολιτική, ναρκωτικά, a.c.a.b, κοινωνική αμφισβήτηση, αντικουλτούρα, διανόηση, ρατσισμό, φοιτητιλίκι, συντηρητισμό, χιππισμό κ.α, με αντι-Disney εικόνες και γλώσσα, φουλ από αίμα, γυμνό, sex, drugs and rock n roll, underground αισθητική, (κλασσικά) busty chubby γυναικείους χαρακτήρες και προκλητικότατή διάθεση που σόκαρε το κοινό, φρίκαρε τους κριτικούς, κατηγορήθηκε για πορνογραφία και γνώρισε φανατικούς φίλους και εχθρούς. Παρά την επιτυχία της, απογοήτευσε τον R.Crumb (για πολιτικούς λόγους) και εξοργισμένος σκότωσε τον αντι-ήρωα του στο ζενίθ της επιτυχίας του στο "Φριτζ Σούπερσταρ" λίγο μετά την προβολή της ταινίας, προκειμένου να μπλοκάρει την πιθανότητα κάποιου σίκουελ. Παρολαυτά έγινε το σικουελ με τίτλο Εννέα ζωές του Φριτζ.1974

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Enter the Ninja (1981)

'Ενας βετεράνος μισθοφόρος πεζοναύτης, γνώστης της γιαπωνέζικης πολεμικής τέχνης των Νίνζα, φτάνει τις Φιλιππίνες για να βοηθήσει έναν παλιό συνάδελφό του, που αντιμετωπίζει τις απειλές ενός μεγάλου επιχειρηματία, που θέλει να του πάρει το κτήμα του.
Η πρώτη αμερικάνικη ταινία (αν και προηγήθηκε το The Octagon.1980 με τον Chuck Norris) με θέμα  τους νινζα- παραγωγή της θρυλικής Cannon. Η ταινία που τα ξεκίνησε όλα. Ξανασύστησε τους νινζα  στην αμερικάνικη ποπ κουλτούρα, μετά τον James Bond στο You Only Live Twice.1967 και τον  Peckinpah στο The Killer Elite.1975, με μια πιο πιασάρικη, μοντερνίστικη και θεαματικότερη εκδοχή  που απέχει χιλιόμετρα απο το κλασσικό Shonobi No Mono.1962. Το ninja crazy φαινόμενο πήρε φόρα με  τις ταινίες του Bruce Lee στα 70ς και κατέκτησε τον κόσμο με την έξαρση του βιντεο στα 80ς. Πρωταγωνιστής ειναι ο Φράνκο Νέρο, ο σχεδόν καλύτερος όλων, ο αληθινός Django.1966. Συνεπεύθυνος για την ντζανγκομανια των 60ς και την Νιντζομανια των 80ς. Στους τίτλους αρχής ένας μαύρος Νιντζα:Η Μηχανή που Σκοτώνει (ελλ.τιτλος) κάνει επίδειξη των  τεχνικών και των όπλων του. Το πρώτο πλάνο ανήκει στον λευκό νινζα. Εξετάζεται στην πρακτική- μάχη με 10 κόκκινους νινζα στον εξωτικό προαύλιο χώρο της σχολής- και στη θεωρία- τα 9 επίπεδα  της δύναμης- για το πτυχίο Ninjitsu. Αποφοιτά και χρίζεται ο πρώτος καυκάσιος νινζα, εξοργίζοντας  τον ιάπωνα ρατσιστή συμφοιτητή του. Η τελευταία συμβουλή του Μάστερ είναι να χρησιμοποιεί την δύναμη του μόνο για καλό σκοπό. Στις φιλιππίνες αναζητά έναν νέο πόλεμο και τον βρίσκει. Ο απελπισμένος, αλκοολικός, ανίκανος φίλος και η γυναίκα του (Susan George- Straw Dogs.1971) έχουν προβλήματα- αμερικάνος κακός καπιτάλας/νταβαντζής τις περιοχής (Christopher George από Θήβα) τον πιέζει να πουλήσει την γη του που κρύβει πετρέλαιο και τραμπουκίζει τους ντόπιους σκλάβους του. Ο Νέρο οφείλει να βοηθήσει τον φίλο που του είχε σώσει τη ζωή σε κάποιο πόλεμο στην Αφρική και εύκολα θα ξεπαστρέψει την στρατιά του αμερικάνου. Τότε ο αμερικάνος με το γερμανό, μονόχειρα, γατζοφώρο, τσιράκι του θα παραγγείλουν έναν νινζα από ιαπωνία να κάνει τη βρωμοδουλειά. 'Ολως τυχαίος είναι ο παλιός συμφοιτητής (Shο Kosugi), με τον οποίο θα αναμετρηθεί στην τελική μονομαχία στο ρινγκ κοκορομαχίας.
  Tα ninjitsu skills του Τζάνγκο είναι αστεία αλλά με το γαλάζιο βλέμμα και το μουστάκι πίσω από τη μάσκα, και ντουπλαρισμενος "He’s like a whole army". 'Ολα τα κλισε του είδους- Die with Honor,  λευκός=καλός, γελοία sounds effects, κ.α.- τα κόλπα και τα gadgets- nunchukus, smoke bombs, τόξα, αστεράκια, φυσοκάλαμα, κ.α.- κάνουν πρεμιέρα. Βαρετή και προβλέψιμη δράση, ήπιο ξύλο, body count: 31, κακές ερμηνείες, μυθικοί διάλογοι, χαζό προχό ρομάτζο, χαβαλές και το διασημότερο Worst/Best Death Scene Ever. Την επιτυχία της ακολούθησαν τα Ninja II.Revenge of the Ninja.1983, το Ninja III.The Domination.1984 με πρωταγωνιστή τον Kosugi και εκατοντάδες άλλες ανα τον κόσμο (βλ.ο θείος μου ο νινζα.1987). 
1. O Nέρο θα επιστρέψει με το Django Lives για να κλείσει το κεφάλαιο ως αρμόδιος.
2. extra bonus track by De_Control collective
music John Maus-Cop Killer / video  Zombie vs. Ninja (1989)

3.

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Όλγα Ρόμπαρντς (1989)

Η Όλγα Ρόμπαρντς είναι η δολοφόνος που κρύβεται πίσω από το θάνατο αράβων μεγιστάνων στην Αθήνα.  Ένας  νεαρός κλέφτης, ανακαλύπτει τυχαία την ταυτότητα της και με τη βοήθεια ενός φίλου, αρχίζει να την παρακολουθεί.
  Η πρώτη μεγάλους μήκους ταινία του κριτικού κινηματογράφου, ραδιοφωνικού παραγωγού, αρθρογράφου, συγγραφέα, σεναριογράφου, σκηνοθέτη και μέγα καφενόβειου Χρήστου Βακαλόπουλου (προηγήθηκαν δυο μικρού μήκους- Βεράντες.1984  και Θέατρο.1986 και ακολούθησε το Παρακαλώ, Γυναίκες, Μην Κλαίτε.1992 με τον Στ.Τσιώλη). Απεβίωσε σε ηλικία μόλις 37 ετών (1956-1993) από καρκίνο του πνεύμωνα.
  Κεντρικός χαρακτήρας του έργου είναι η γυναίκα του τίτλου. Την υποδύεται η πάντα υπέροχη Όλια Λαζαρίδου. Παίζει σκοποβολή σε κάποιο λουνα παρκ και με άνεση κερδίζει μια κούκλα. Από το κεφάλι της βγάζει ένα χαρτί με κωδικοποιημένο μύνημα και το καίει. Ανεβαίνει σε μια ταράτσα πολυκατοικίας, συναρμολογεί το όπλο που κρύβει σε θήκη κιθάρας, σημαδεύει ατάραχη και εκτελεί έναν άραβα κροίσο. Επαγγέλεται δολοφόνος επι πληρωμή και αγαπά πολύ τη δουλειά της. Ήταν 20 χρόνια στο Detroit και η ελλάδα της έμοιαζε με παιδικό παιχνίδι.  Σε ηλικία 10 ετών πήρε μέρος στον παγκόσμιο διαγωνισμό "χτίσματα στην άμμο" και της αρέσει η Μονόπολυ (2.000δρχ). Είναι βαριά άρρωστη και επέστρεψε για να πεθάνει στην Αθήνα. "Αυτοκτονεί  από ψηλά σκοτώνοντας άραβες γιατι θέλει να την βρει ο θάνατος εν ώρα εργασίας". Για την ώρα, έχει μεταφέρει κάποια έπιπλα στην ταράτσα της Μπλε Πολυκατοικίας που μένει και αράζει εκεί.
  Ένας νεαρός πορτοφολάς την ανακάλυπτει τυχαία και τα λέει όλα στο κλεπταποδόχο βεντζινά Τσάκωνα (σαν να βγήκε από το Κλασσική Περίπτωση Βλάβης.1987) και αυτός τον στέλνει στον Επιστήμονα (Στ.Τσιώλη) που είναι καλός στα προγνωστικά. Έναν ερασιτέχνη προπονητητή μπασκετ που φορά φόρμα του Άρη, πετάει σοφίες ("υπάρχει ανενεργός δράση?") και τον ενδιαφέρει ότι συμβαίνει στις ταράτσες γιατί "αυτοί που ερωτεύονται, ζουν και σκοτώνουν από τις ταράτσες είναι πρωτοπόροι". Η ταμίας ενός super market που την εγκατέλειψε ο πορτοφολάς, η καζινομανής μάνα της που πιστεύει ότι οι άραβες πεθαίνουν από την γκαντεμιά της, ένας ψεύτικος τυφλός επαίτης (20.000 δρχ μεροκάματο), μια καφετζού ξεματιάστρα, ο ίδιος ο X.Βακαλόπουλος σε ρόλο μαφιόζου, ένας νταβατζής, και ένας –όχι απλός- γείτονας (Α.Καφετζόπουλος) συμπληρώνουν το υπόλοιπο καστ.
  Όμως ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι η Αθήνα. "Ένα τεράστιο παρασκήνιο όπου συγκρούονται κοσμοπολίτικες καταστάσεις με την υπόγεια ελληνική πραγματικότητα". Η δράση μεταφέρεται στις ταράτσες, ένα σκηνικό στον αέρα, από όπου μπορούμε να δούμε την πόλη, από την αθέτη πλευρά της, όπως πραγματικά είναι (αυτοκίνητα, τσιμέντο, κεραίες και χάος με φόντο την ακρόπολη), από μια πρωτότυπη(!) οπτική γωνία. Με ένα θέμα από "αυτά που συμβαίνουν μόνο στο σινεμά", με σκηνοθετικό ύφος την "σκηνοθεσία που δεν φαίνεται", παρατηρεί την σύγχρονη καθημερινή ζωή, τους κοινωνικούς χώρους, τους πολιτισμούς, τους πολύβοους δρόμους, τις γωνίες της πόλης και την ελλ. αστική πραγματικότητα, χωρίς έπαρση, βαρύγδουπες ιδέες, υψηλά νοήματα, ιδεολογίες, κλισε, στυλιζαρίσματα, φετιχισμό της τεχνικής και δεν ξεχνά να υπογραμμίσει την μανιακή οπισθοδρομικότητα της (με sample από την ταινία Η Θεία Απ’το Σικάγο.1957). Μια κομεντι παρεξηγήσεων με στοιχεία σασπενς που αποφεύγει τους βαρετούς χαρακτηρισμούς- φεστιβαλική, πρωτοποριακή, κινηματογράφος του δημιουργού, ταινία δράσης αλα αμέρικα ("εξάλλου τέτοιες ταράτσες μόνο στην ελλάδα υπάρχουν") και την ξεφτιλισμένη ελληνική βραβειομανία. Η πίστη του στη συλλογική δουλειά, η προέλευση του από την κριτική, η αντισυμβατικότητα και η βαθειά  του σχέση με τον κινηματογράφο αφήνουν τα ίχνη τους στην ταινία. Μια αθόρυβη, γνήσια, μοναχική, μεγάλη στιγμή του εγχώριου σινεμα, επιμελώς θαμμένη από την Ταινιοθήκη και τον αυτοαποκαλούμενο Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο. Ταξίδι σε ένα τόσο κοντινό και τόσο μακρινό  παρελθόν.
1.-Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να συνενοηθούν από το τηλέφωνο?
   -Αφού αλλού μιλάνε και αλλού κοιτάνε…
2. Ευχαριστούμε τον άνθρωπο που μας έστειλε το dvd από του διαόλου τη μάνα.
3.






Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Οι Βοσκοί (1967)





[H Εκρηξη Της Συλλογικης Μυθολογιας]

 Είναι δυνατόν η συλλογική μυθολογία μιας κοινωνίας να σπάσει τις ίδιες τις κοινωνικές συμβάσεις και να προκαλέσει την Επανάσταση? Ναι, μοιάζει να λέει ο Νίκος Παπατάκης στους Βοσκούς.  Ή τουλάχιστον, μόνο προσεγγίζοντας  αυτή τη συλλογική μυθολογία μπορεί να μιλήσει κανείς για την Επανάσταση.  Έτσι, μεγάλο Σάββατο μεσημέρι μέχρι την Κυριακή του πάσχα, το τυπικό ελληνικό χωριό, αντί να ζήσει την ανάσταση, το τυπικό του μασκαρέματος των κοινωνικών και ατομικών συγκρούσεων, το  τελετουργικό της  καθεστηκυίας τάξης, ζει την εξέγερση του. Εξέγερση όχι ενάντια στην οικονομική καταπίεση ή την πολιτική εξουσία, εξέγερση στη λειτουργεία της κοινωνίας, έτσι όπως αυτή διέπεται από μερικούς μύθους. Η Πατριαρχία, η παντοδυναμία του Άρχοντα, η Μοίρα των φτωχών, το απαγορευμένο της σεξουαλικής επαφής, το Ιερό της ιδιοκτησίας, η συγγνώμη του Αφέντη.
       Μια τέτοια εξέγερση πώς γίνεται εφικτή? Πρώτα- πρώτα όχι μέσα από ψυχολογικές συγκρούσεις. Ο Παπατάκης «αποπροσωποποιεί» τους ηθοποιούς του, τους θέλει μεσάζωντες αλλά ποτέ φορείς των συγκρούσεων. Ο ρόλος τους είναι εκείνος της «φιγούρας» που παίρνει τη θέση του αρχαίου χορού.  Ο Γ.Διαλεγμένος (Θανος Ζέκος) είναι η πάλη του δούλου με την ιδεολογία της δουλείας,  η Όλγα Καρλάτου (Δέσποινα) το πέρασμα από την πατριαρχική υποταγή στην απελευθέρωση και το θάνατο, ο Λάμπρος Τσάγκας (φίλος του Θάνου, γιος του αφεντικού) η διαμάχη της ατομικής ευαισθησίας με την αποδοχή της κυρίαρχης μυθολογίας. Η εξέγερση λοιπόν δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα μιας ρήξης με τους κανόνες και τις συμβάσεις που ρυθμίζουν τη ζωή της κοινωνίας και ρυθμίζονται από τους μύθους που προαναφέραμε. Το μέσο- η ανατροπή, η αναταραχή, η ένταση, το ντελίριο του λόγου. «Βοσκοί της αναταραχής» είναι ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας. Η ρήξη δεν μπορεί να συντελεστεί παρα με το ξύπνημα της συλλογικής μυθολογίας της φτωχής αγροτιάς, που θα τινάξει στον αέρα τις συμβάσεις και το «άγιο πάσχα» που προσπαθεί να τις στερεώσει. Η άρχουσα τάξη πετάει τη μάσκα. Οι χωροφύλακες ανεβαίνουν στο βουνό για να κυνηγήσουν και να σκοτώσουν τον Θάνο και τη Δέσποινα, που το σκάνε. Η νεόκοπη δικτακτορία ένα τρόπο γνωρίζει-τη βίαιη καταστολή. Η μάσκα έχει πέσει.  Ο μύθος δεν μπορεί να λειτουργήσει πια.
      Η ίδια η δομή της ταινίας του Νίκου Παπατάκη άλλωστε ακολουθεί με συνέπεια αυτή τη λογική. Την αρχική, συμβατική, συγκρατημένη περιγραφή χώρων, προσώπων και καταστάσεων θα διαδεχθεί η ένταση, η ανατροπή των σχέσεων και η τελική απόδοση της λυσσαλέας έκφρασης της συλλογικής μυθολογίας, που βρίσκεται εν εξεγέρσει παραλύοντας τους μηχανισμούς λειτουργίας της κοινωνίας.  Ο διάλογος εξελίσεται προς την κατεύθυνση των κραυγών, της εξαλλοσύνης, της προφορικής «βλασφημίας προς το κοινωνικό σύνολο». Η κάμερα θα εγκαταλείψει τους δρόμους του χωριού και θα ξεψαχνίσει τη βουνίσια γη, προνομιούχο χώρο ελεύθερης έκρηξης της συλλογικής μυθολογίας.
       Στο βαθμό όμως που η ταινία αναφέρεται στην ελληνική πραγματικότητα, μια τέτοια ανάλυση δεν θα μπορούσε παρά να περάσει μέσα από τον ορισμό της «ελληνικότητας», σημείο που κατά τη γνώμη μας είναι και το πιο ενδιαφέρον στους Βοσκούς. Γιατί μέσα στην ταινία υπάρχει ένα βασικό ερώτημα – πως θα απαλλαχθεί η έννοια της «ελληνικότητας» απ’όλα εκείνα τα στοιχεία που προσκολήθηκαν στο σώμα της και τελικά κατέλαβαν την θέση της? Πως θ’αποτιναχθεί το φολκλορ, ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός, η παράδοση σαν μέσο απάλυνσης των ταξικών διαφορών, στοιχεία που παραπέμπουν κατευθείαν  στην κυρίαρχη ιδεολογία? Η ταινία απαντά με σαφήνεια- μέσα π’τη γύμνια του χώρου και των στοιχείων που τον απαρτίζουν, μέσα από την απογύμνωση των πολιτιστικών κωδίκων που αναφέρονται στο φολκλορ, στην παράδοση κ.τ.λ., μέσα απ’την κατάδειξη των νέων στοιχείων που έχουν εισβάλει στην ελληνική κοινωνία (μαγνητόφωνο, μίνι φούστα της Δέσποινας, αυτοκίνητο του γαμπρού, κουστούμι του Θάνου στο βουνό, πούρο). Έτσι αυτό το αποφορτισμένο νοηματικά πεδίο θα γίνει ο χώρος εγκαθίδρυσης μιας πραγματικής «ελληνικότητας».
       Χρειάζεται άραγε να αναφέρουμε πόσο σημαντική είναι η επαφή του ελληνικού κοινού με μια πραγματικά ελληνική ταινία? Όμως ας μη βιαστούμε. Ο ίδιος γνώριμος κύκλος των θαμώνων του «Στούντιο» και μόνο θα απολαύσει τους Βοσκούς. Και πάλι καλά. Ωστόσο για πρώτη φορά αισθανθήκαμε με τόση ένταση την ανάγκη να σπάσει ο ασφυκτικός κύκλος της αίθουσας τέχνης, για να φτάσουν οι ταινίες στο άμεσα ενδιαφερόμενο κοινό.


Χρηστος Βακαλοπουλος
25.2.1976 


1.Ολοκληρη η ταινια εδω
http://www.cinegreece.com/2012/11/1967_22.html