Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Scanners (1981)

Ένας επιστήμονας που ειδικεύεται σε μια ομάδα ανθρώπων με εξαιρετικές τηλεπαθητικές δυνατότητες ονόματι «Scanners» στέλνει ένα άγνωστο μέλος για να εντοπίσει και να εξοντώσει τον ισχυρότερο σκάννερ που ηγείται μιας υπόγειας οργάνωσης με σκοπό των πολλαπλασιασμό τους και την δημιουργία μιας παντοδύναμης αυτοκρατορίας.
Cronerberg παλιακός. Ο καναδός της καρδιάς μας. Εισηγητής του body horror και ανανεωτής του σινεμά του Φανταστικού. Μια σχολή μόνος του. Η 4η ταινία του (σκηνοθεσία ΚΑΙ σενάριο) μετά τα Shivers(1975), Rabid(1977), The Brood (1979) και αυτή που τον έκανε γνωστό και εκτός καναδά.
Ξεκινά με τον καλό σκανερ- λουμπεν, αντικοινωνικός και τέρας της φύσης- να περιπλανιέται μόνος σε εμπορικό κέντρο. Όταν αντιλαμβάνεται οτι μια γριά τον κακολογεί, λόγω του παρουσιαστικού του, την αναγκάζει Μόνο με την σκέψη του και μέσω αφόρητων σωματικών πόνων να χτυπιέται στο πάτωμα. Τον εντοπίζουν κάποιοι μυστήριοι και τον απαγάγουν...Ο κακός σκαννερ έχει πάει σε μια διάλεξη -στην πρώτη παγκόσμια παρουσίαση του φαινομένου των σκαννερς, όπου είναι καλεσμένοι όλοι οι vips των ΗΠΑ. Γίνεται εθελοντής μιας επίδειξης σκανινγκ και ανατινάζει το κεφάλι του παρουσιαστή -το διασημότερο Head Explosion -σήμα κατατεθέν της ταινίας. Ο δημιουργός του πειραματικού φαρμάκου κυήσεως /αιτία της εμφάνισης των σκαννερς  αναλαμβάνει την ψυχοπροπόνηση του καλού και την ανακούφιση του απ'τις βασανιστικές χαώδες φωνές που ακούει μέσα στο κεφάλι του κάθε σκάννερ (ο κακός έκανε μια τρύπα ανάμεσα στα δυο μάτια για να τις βγάλει έξω) και τον στέλνει να διεισδύσει στην οργάνωση. Λίγοι μόνο μήνες μένουν για την γέννηση μιας ολόκληρης γενιάς από Σκάννερς.
Φουτουριστικό θριλερ, διαστρεβλωμένη επιστήμη, τρελός επιστήμονας, βιομηχανική κατασκοπεία, συνωμοσία για την παγκόσμια κυριαρχία, o ανθρώπινος φόβος της σωματικής μετάλλαξης και των μολύνσεων, τα παιδιά του μέλλοντος και η ηθική της επιστήμης, η μάχη του κακού με το καλό σε ένα ανώτερο επίπεδο δύναμης, Xavie VS Magneto... Όλα μέσα σε ένα ιδιόμορφo intellectual συνδιασμό τρόμου και επιστημονικής φαντασίας πάνω σε μια (όπως πάντα) πρωτότυπη σεναριακή ιδέα. Τα καλοσχεδιασμένα εφε και το ευρήμα της έκρηξης (αν και δεν γίνεται κατάχρηση αυτών) έκαναν αίσθηση στην εποχή τους συντελλώντας σημαντικά στη φήμη της ταινίας. Την παράσταση κλέβει ο υπερκακός- wannabe Jack Nicholson- Michael Ironside, ο καλός είναι κάποιος καναδός νεο-  εξπρεσιονιστής ζωγράφος Stephen Lack. Παλαιομοδίτικο πρώιμο 80s cult classic, χωρίς γυμνό, με σπλαττερ μοντέρνα τέχνη, τεράστια γυαλιά και αρχαίους υπολογιστές χωρίς τοίχο προστασίας από ψυχοσκανάρισμα, μουσική ως συνήθως από Howard Shore και μια εντυπωσιακή μάχη στο φινάλε. Θα μπορούσε να είναι και καλύτερο αλλά καίγεται από το περίπλοκο υπερφιλόδοξο σενάριο του. Πολύτιμη ηχώ αλλότινων καιρών. Ακολούθησαν (χωρίς συμμετοχή από Cronerberg) τα Scanners II: The New Order (1991), Scanners III: The Takeover (1992) Scanner Cop (1994), Scanners: The Showdown (1995)


Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

On the Road (2012)

Η ταινία «On the road» («Στο Δρόμο») είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζακ Κερουανγκ. Το εν λόγο μυθιστόρημα έχει γραφτεί την δεκαετία του ΄50 και θεωρείται το σήμα κατατεθέν της λεγόμενης μπιτ λογοτεχνίας. Είχα αποπειραθεί να το διαβάσω σε ηλικία 17 ετών, αλλά δεν τα κατάφερα. Έφηβος ήμουν εξάλλου, είχα άλλα πράγματα να κάνω. Το ξαναέπιασα στα χεριά μου γύρω στα 20, ένα μεσημέρι στο σπίτι στα Εξάρχεια όπου ζούσα όταν ήμουν φοιτητής. Με κράτησε μερικές ώρες... Στην συνέχεια άνοιξα το παραθύρι μου και το πέταξα έξω, αναγκάζοντας το να βρεθεί, μετά από μια όμορφη πλάγια βολή, εκεί που πραγματικά του άξιζε: Στο δρόμο.
Εν έτη 2012 είπα να δω και την ταινία. Ανώδυνη επιλογή. Ας σταθούμε λίγο στην ιστορία της ταινίας. Ο Σαμ είναι ένας 30άρης αμερικάνος που προσπαθεί να γράψει ένα βιβλίο, αλλά δεν του έρχεται κάποια ιδέα. Αποφασίζει λοιπόν, να εγκαταλείψει για κάποιο χρονικό διάστημα το σπίτι και την μητέρα του και να ξεκινήσει ένα οδοιπορικό προς την δύση. Έτσι ξεκινάει το ταξίδι του χρησιμοποιώντας τρένα και κάνοντας οτοστόπ. Σκοπός του είναι να απολαύσει και να αποκτήσει διάφορες εμπειρίες. Βλέπουμε λοιπόν το Σαμ να είναι στην καρότσα ενός φορτηγού μαζί με εργάτες και να απολαμβάνει τον ήλιο, να πίνει και να χορεύει σε ένα καταγώγι, να γνωρίζει και να μιλάει με κόσμο. Κάπου κολλάει με τον Ντιν, ένα όμορφο 30άρη που θέλει και αυτός να ζήσει την ζωή του. Ο Ντιν λειτουργεί για τον Σάμ σαν καθοδηγητής και μέντοράς στο δρόμο για την αναζήτηση και ολοκλήρωση των επιθυμιών του. Ο Σαμ και ο Ντιν, λοιπόν, αποτελούν τον πυρήνα μιας μικρής παρέας που πίνει, κάνει χρήση κάποιων ναρκωτικών, προσπαθεί να κάνει ομαδικό σεξ, χορεύει και φιλοσοφεί.
Όλα αυτά στην ταινία παρουσιάζονται σαν σχετικά ακραίες κοινωνικά συμπεριφορές. Αν όμως ο θεατής γίνει λίγο πιο προσεχτικός θα καταλάβει ότι δεν συμβαίνει ακριβώς αυτό. Στην ουσία τα ταξίδια τους διαρκούν κάποιους μήνες και όταν ο Σαμ επιστρέφει στην μητέρα του, ο Ντιν παντρεύεται και γίνεται πατέρας.  Όταν γεμίσουν τις μπαταρίες τους, ο Σαμ και ο Ντιν ξαναρίχνονται στην περιπλάνηση, εγκαταλείποντας για κάποιο χρονικό διάστημα τις εστίες τους. Ο Σαμ πολλές φορές έρχεται αντιμέτωπος με την αδικία. Ένας μαυραγορίτης του αγοράζει κοψοχρονιά ένα κειμήλιο του πατέρα του και ο Σαμ δυσφορεί καθώς παίρνει τα λεφτά. Ένας επιστάτης τον πληρώνει ελάχιστα μετά από μια εξαντλητική μέρα στις βαμβακοφυτείες και ο Σαμ τον στραβοκοιτάζει καθώς παίρνει τα λεφτά. Ένας μπάτσος τους γράφει για υπερβολική ταχύτητα και ο Σαμ προβληματίζεται καθώς του δίνουν τα λεφτά. Γενικά δεν αντιδρά. Κοιτάζει πως να αποφύγει οποιαδήποτε ρήξη. Το θυμό του τον βγάζει σε κάτι χαρτάκια που γράφει το ημερολόγιο του. Μόνο αυτό τον νοιάζει τον Σαμ, η καταγραφή των εμπειριών του, ως εσωτερική αντίληψη της πραγματικότητας. Πάραυτα καμία αλληλεπίδραση. Η κορύφωση της ταινίας είναι μια νύχτα της τελευταίας περιπλάνησης των ηρώων στη Ν. Αμερική και συγκεκριμένα στο Μεξικό. Εκεί οι ήρωες μας έχουν μαστουρώσει και μεθύσει, ψωνίζουν σε ένα τοπικό οίκο ανοχής μεξικανίδες και ξεσαλώνουν. Το επόμενο πρωί οι δρόμοι τους χωρίζουν. Ο Ντιν επιστρέφει στη γυναίκα του και ο Σαμ στην μητέρα του.
Όλη η διακεκομμένη περιπέτεια των ηρώων πρέπει να κράτησε περίπου δυο χρόνια (μαζί με χρονικό διάστημα που ήταν σπίτια τους). Στο τέλος της ταινίας ακολουθεί μια σκηνή, που οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι αποκαλύπτει και την άποψη του σκηνοθέτη για αυτήν την γενιά. Ο Σαμ κουστουμάτος, γραβατωμένος και γυαλισμένος ετοιμάζεται να μπει σε ένα σχετικά πολυτελές αυτοκίνητο συνοδευόμενος από μια παρόμοια παρέα. Εκεί συνάντα ο Ντιν: Ξεμαλλιασμένο, κουρασμένο, ταλαιπωρημένο. Τα βλέμματα τους συναντιούνται. Ο Σαμ είναι ψυχρός και αγέρωχος. Ο Ντιν, με ανάσα παγωμένη, του λέει «διέσχισα χιλιόμετρα για να σε βρω». Το βλέμμα του Σαμ τον απορρίπτει. Η διαφορά τους είναι μεγάλη. Η διαφορά τους είναι ταξική.  Ο Σαμ αποκαλύπτεται. Το μόνο που έκανε όλο αυτό το διάστημα ήταν φτηνά ταξίδια, αν όχι ασήμαντα, σίγουρα μονοσήμαντα. Νοιάζονταν να περάσει καλά, έχοντας μέσα του μια κρυφή γραμμή πλεύσης που θα τον οδηγούσε στο τέλος σε ένα ασφαλές λιμάνι. Ήξερε τι έκανε. Ήταν πονηρός. Ο Ντιν, αν και ήταν το ίδιο εγωιστής, δεν είχε γραμμή πλεύσης, επένδυε σε λάθος σχέσεις, σε λάθος άτομα που το μόνο κοινό που είχαν ήταν η ψευδαίσθηση ότι είχαν κάτι κοινό.  Για αυτό βγήκε και χαμένος. Μετά από αυτήν την συνάντηση-προδοσία, το φινάλε της ταινίας δείχνει το Σαμ να βιάζεται να γράψει το βιβλίο του. Ο κύκλος είχε κλείσει. Η ιστορία του είχε ολοκληρωθεί με την προδοσία του συνοδοιπόρου του. Το βλέμμα του δεν δείχνει καμία μεταμέλεια, ίσως μόνο μια μικρή ενοχή. Φαίνεται όμως πως δεν έχει σημασία για αυτόν. Εξάλλου, τον απασχολούν άλλα πράγματα και βιάζεται να γράψει. Βιάζεται πολύ να γράψει το βιβλίο του. Προφανώς γιατί ανησυχεί μη ξεχάσει. Γράφει για όλες τις εμπειρίες των ταξιδιών του, γρήγορα, χωρίς κόμματα και λεκτικά τεχνάσματα. Γράφει, γράφει, γράφει... Η επιθυμία του να γράψει είναι το ίδιο έντονη με κάποιον που τον έχει πιάσει κόψιμο και θέλει να χέσει. Και έτσι ο Σαμ γράφει σαν να χέζει, βιαστικά και χωρίς σκέψη. Έτσι γεννήθηκε η μπιτ λογοτεχνία. Ο Σαμ είναι ο Τζακ Κερουαγκ και το «On the Road» η κουράδα του.

από κάποιον αναγνώστη

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

The Road (2009)

Κοντινό μέλλον. Μια τεράστια καταστροφή κάλυψε με ένα σύννεφο στάχτης τον πλανήτη. Η χλωρίδα και η πανίδα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί και οι λιγοστοί άνθρωποι που απέμειναν έχουν στραφεί στον κανιβαλισμό. Ένας άντρας με τον 12χρονο γιο του διασχύζουν την κατεστραμμένη Αμερική με κατεύθυνση τον νότο, τη θάλασσα. Σέρνουν ένα καρότσι με τα λιγοστά τους εφόδια και έχουν μαζί τους ένα πιστολι για αυτοάμυνα ή αυτοκτονία.
Το τέλος του κόσμου είναι ο αγαπημένος μύθος, της κουρασμένης απο τον εαυτό της, Δύσης. Η  εσχατολογική επιθυμία γίνεται πραγματικότητα κάτω από αδιευκρίνιστα αίτια εξαλείφωντας κάθε ίχνος πολιτισμού και κοινωνικού ιστού. Τα ρολόγια σταμάτησαν, ο ήλιος χάθηκε, η κεκαλυμμένη βαρβαρότητα απελευθερώθηκε και επιστρέψαμε αυτόματα στον πρωτογονισμό και τους νόμους της ζούγκλας.
Το παιδί γεννήθηκε στο Μετά και ανακαλύπτει τον κόσμο με τη βοήθεια του πατέρα (Viggo Mortensen) που με απλοικότητα παραμυθιού του εξηγεί πως έχει η κατάσταση..."εμείς είμαστε οι Καλοί-αυτοί που κουβαλούν την φλόγα μέσα τους, Κακοί είναι αυτοί που τρώνε ανθρώπους". Προσπαθεί να του εμφυτεύσει κάποιες από τις αξίες του παλαιού κόσμου λέγοντας του ιστορίες ανδρείας και δικαίωσης και του μαθαίνει να χειρίζεται το πιστόλι. Τον βασανίζει ακόμα η στιγμή που η μάνα (Charlize Theron) τους παράτησε λίγο καιρό μετά τη γέννα και έφυγε μόνη μη αντέχωντας τη νέα τάξη πραγμάτων. Μοναδικός λόγος ύπαρξης του η επιβίωση του παιδιού. Διασχίζουν για χρόνια το χάος και στην πορεία τους συναντούν άλλους απελπισμένους κουρέλιδες (Robert Duvall, Guy Pearce), κλέφτες, συμμορίες κανιβάλων, αποθήκες ανθρώπων/τροφίμων και έχουν να αντιμετωπίσουν την πείνα, το μόνιμο ψύχος, συχνούς μετασεισμούς και όξινη βροχή. Πιάνο, τζάκι, καναπές, σαμπουάν, κοκα κολα (η καλύτερη διαφήμιση εβερ) είναι άχρηστες πλέον πολυτέλειες- απομεινάρια πολιτισμού- ενώ οι ληγμένες κονσέρβες είναι θησαυρός. Ζόφος ρέων. Απόγνωση, φόβος, μοναξιά και ματαιότητα. Η επιβίωση είναι η νέα ηθική και η οικογένεια η τελευταία αξία.
Μεταφορά του ομότιτλου πουλιτζερικού μυθιστορήματος του Cormac McCarthy (No Country for Old Men) από τον αυστραλό John Hillcoat (The Proposition.2005) που σεβάστηκε την (θεωρητικά μη κινηματογραφήσιμη) πρώτη ύλη και δεν το ξεφτύλισε με ανούσιες σκηνές δράσης και εκρήξεις. Το περιβάλλον είναι ο 3ος πρωταγωνιστής- ένα έρημο απέραντο γκρίζο ρημαγμένο τοπίο πλήρης αποσύνθεσης με βαριά ατμόσφαιρα απόλυτης παρακμής που συμπληρώνεται από το μινιμαλιστικό σαουντρακ του Nick Cave. Η ασάφεια των αιτιών της καταστροφής και το διφορούμενο φινάλε διευρύνουν την αλληγορία πάνω στο " Έτσι τελειώνει ο κόσμος, όχι με έναν πάταγο, αλλά με έναν λυγμό" (T.S.Eliot). Feel bad υπαρξιακό road movie, μετα-αποκαλυπτικό οικογενειακό δράμα, δράμα ενηλικίωσης στο ποτέ και πουθενά, μαθήματα επιβίωσης με αξιοπρέπεια στο ολοκάυτωμα.




Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

La Ceremonie (1995)

Η Σόφι προσλαμβάνεται ως οικοιακή βοηθός από μια οικογένεια αστών που ζει σε μια απομονωμένη επαύλη σε μια επαρχία της Γαλλίας. Η φιλία της με Ζαν, την ενοχλητική για την οικογένεια υπάλληλο ταχυδρομείου, θα έχει απρόσμενες εξελίξεις.
Η μεγάλη επιστροφή του Σαμπρολ (1930-2010) με την 49η ταινία του μετά από πολλά σκαμπανεβάσματα στη καριέρα του ήταν και η μεγαλύτερη εμπορική του επιτυχία. Θέμα του και πάλι είναι οι ανθρώπινες σχέσεις και πως αυτές εκδηλώνονται στον ταξικό κόσμο. Από τη μια πλευρά η Σόφι- λιγομίλητη, βολική, υπάκουη, αγέλαστη και κρύα σαν ρομπότ. Κρύβει με κάθε τρόπο και όποιο ρίσκο τον αναλφαβητισμό της απο όλους. Σε κάθε ευκαρία λιώνει μπροστά στην tv. Από την άλλη, μια τυπική πατριαρχική οικογένεια ενός βιομηχάνου και μιας γκαλερίστας με δυο παιδιά από προηγούμενους γάμους. Μόλις έβαλαν δορυφορική tv και έχουν ξετρελαθεί. Συμφώνησαν οτι θα την προσφωνούν Σόφι ή νοικοκυρά και όχι κουβερνάντα ή οικονόμο. Είναι ικανοποιημένοι μαζί της, την θεωρούν "λίγο παράξενη, αλλά εύρημα". Η αγενής Ζαν είναι η διαφθορέας, η κακή επιρροή. Σαρκάζει τους φιλανθρωπους της εκκλησίας, φθονεί τους αστούς, κουτσομπολεύει την Οικογένεια. Όταν ο Κύριος τσακωθεί μαζί της για την ανοιχτή αλληλογραφία του, θα επιπλήξει την Σόφι για τις κακές παρέες της. Το ποτήρι θα ξεχειλίσει όταν το φοβερό μυστικό της αποκαλυφθεί. Ένοχα(?) μυστικά του παρελθόντος θα φέρουν πιο κοντά τις δυο κοπέλες, η φιλία τους θα γίνει συμμαχία, και οι καραμπίνες θα ηχήσουν την ώρα που η Οικογένεια με επίσημο ένδυμα παρακολουθεί στην tv την όπερα  του Μότσαρτ Don Giovanni.
La ceremonie=H Tελετή (ελλ.τίτλος)=η διαδικασία που προηγείται της θανατικής ποινής με γκιλοτίνα, /πρωτοχρησιμοποιήθηκε στη Γαλλική Επανάσταση. Οι αντιστοιχίες προφανείς... H πάλη των τάξεων ως τραγωδία ή μαύρη κωμωδία ντυμένη με μυστήριο και σασπενς. Βασισμένο στο μυθιστόρημα Τυφλή Ετυμηγορία (A Judgement in Stone.1977) της Ρουθ Ρέντελ που είναι εμπνευσμένο απο την υπόθεση των αδελφών Παπέν (βλ.Οι Δούλες.1947 , Les abysses.1963). Παρακολουθεί μια απλή ιστορία, την σοκιν είδηση της ημέρας, και φωτίζοντας τις ασήμαντες αθέατες λεπτομέρειες της, ξεσκεπάζει τις σχέσεις εξουσίας και τις βίαιες συνθήκες που τις συντηρούν. Η Ζαν θα ταράξει τις ισορροπίες και η αντιβία της άβουλης και αναλώσιμης Σόφι δεν θα έρθει απο ιδεολογικές οδούς, αλλά από ένα βιολογικό, ανεξέλεκτο, αναπόφευκτο, ιστορικά αναγκαίο, ξέσπασμα απέναντι στην υπεροψία της (συμπαθέστατης κατά τα άλλα) Οικογένειας.
Αν και ο τίτλος προδίδει το φιναλε, ο "γάλλος Χιτσκοκ" με αργούς ρυθμούς, γραμμικότατη αφήγηση και υπόγεια ένταση συντηρεί την αγωνία σε όλη τη διάρκεια μέχρι και την "προκλητική" τελική έκρηξη, υποστηριζόμενος από τις τέλειες ερμηνείες των Isabelle Huppert και Sandrine Bonnaire. Αν και πρωτοπόρος της νουβελ βαγκ δεν τo έπαιξε ποτέ Kαλλιτέχνης και ήταν πάντα ο πιο εύπεπτος των εκπροσώπων του Νέου Κύματος κάνοντας με πλάγιο τρόπο πολιτικές ταινίες και όχι προπαγάνδα. Ο ίδιος την χαρακτήριζε σαν την τελευταία Μαρξιστική ταινία.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Henry: Portrait of a Serial Killer (1986)

Ελαφρώς βασισμένη στη ομολογία του διαβόητου Henry Lee Lucas που ευθύνεται για 200 φόνους (αν και ο ίδιος ισχυρίζετε τουλάχιστον 500). Γυρίστηκε το '86 αλλά σκάλωσε στη λογοκρισία και κυκλοφόρησε τελικά το '90 σοκάροντας κοινό και κριτικούς. Τώρα πια υπάρχει ολόκληρη, και σε κομμένες best of σκηνές, στο youtube. 
Ο Χένρι απέχει απ'το στερεότυπο του δολοφόνου κατ' εξ ακολούθηση των παραδοσιακών slasher ταινιών των 80s. Δεν τον ωθεί η εκδίκηση, μια ιερή ιδέα, το μίσος ή μια φωνή μέσα στο κεφάλι του... σκοτώνει για το έτσι, γιατί του αρέσει, γιατί μπορεί. Πήρε τοις μετρητοίς το δόγμα της εποχής "είναι ή εγώ ή αυτοί". Το πρώτο θύμα ήταν στα 14α γενέθλια του, η πόρνη μάνα του που τον εντύνε κοριτσίστικα και τον ανάγκαζε να παρακολουθεί τις ερωτικές της περιπτύξεις. Κάθε φορά επιλέγει τυχαία θύματα και σκοτώνει με διαφορετικούς τρόπους, χωρίς κάποιο κίνητρο ή σύστημα... έτσι οι μπάτσοι δεν μπορούν να συλλέξουν στοιχεία, να συνδέσουν τους φόνους και να σχηματίστουν το προφίλ του. Επαγγέλλεται απολυμαντής. Παραδόξως, κάπου βαθιά στο μυαλό του, υπάρχει ένας προσωπικός κώδικας ηθικής... σε αντίθεση με τον μίζερο φίλο από την φυλακή που τον φιλοξενεί, τον Ότις (Tom Towles). Ένας τελειωμένος που δουλεύει σε βεντζινάδικο και φλερτάρει πιτσιρικάδες στους οποίους πουλά μαριχουάνα. Λούμπεν, αιμομίκτης, νεκρόφιλος και διεστραμμένος ως το κόκκαλο, σπάει την ρουτίνα του ανακαλύπτοντας νέους ορίζοντες παράνοιας στη παρέα του με τον Χένρι. Τους έχει επισκευτεί η αδερφή του, η αθώα Μπέκυ. Άνεργη μάνα στριπτιζεσ με άντρα στη φυλακη για φόνο, ψάχνει για δουλειά, ένα νέο ξεκίνημα στην πόλη για αυτήν και τη κόρη της. Δεν γνωρίζει την δράση τους. Ταυτίζεται με το παιδικό δράμα του Χένρι (Michael Rooker- Super.2010) -μικρή την βίαζε ο πατέρας της. Όταν ο Χένρι θα αποτρέψει τον βιασμό της από τον Ότις, ένα ειδύλλιο θα αναπτυχθεί.
Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας στην πιο ακραία του εκδοχή. Καμουφλαρισμένος πίσω από την συνηθισμένη του όψη, το ευγενικό προσωπείο,τις στατιστικές και την ανωνυμία, τριγυρνά τη νύχτα και όποιον πάρει ο χάρος. Από την πρώτη εικόνα (ένα γυμνό αιμόφερτο γυναικείο πτώμα σ' ένα χαντάκι) μέχρι την τελευταία (ο Χένρυ φεύγει μόνος από ένα μοτελ) ένα αδιαπέραστο νοσηρό κλίμα διάχυτης ανασφάλειας κυριαρχεί  πάνω σε ένα παρακμιακό σκοτεινό αστικό περιβάλλον όπου ο καθένας μπορεί να είναι δολοφόνος. Η πρωτοφανής ντοκυμαντερίστικης υφής αποστασιοποίηση της κάμερας δίνει μια πλήρη αίσθηση ρεαλισμού που καταστρέφει την οικοιότητα του αποβλακωμένου, από το τηλεοπτικό overdose, θεατή  με την θέα της βίας  και τον τοποθετεί στον ίδιο καναπέ που το φονικό δίδυμο βλέπει ξανά και ξανά το οικογενειακό μακελειό το οποίο κατέγραψε ζωντανά με μια βιντεοκάμερα -snaff film- αναβαθμίζοντας έτσι το χομπυ του. Body Count: 15. Όμως αυτό που σοκάρει δεν είναι το gore και η βία καθεαυτή- τις περισσότερες φορές βλέπουμε το πρίν του φόνου και το φρικαλέο μετά, αφήνοντας την επίμαχη σκηνή στη φαντασία του θεάτη- αλλά τα αόριστα αψυχολόγητα αίτια της, ο παραλογισμός, και η ευκολία εισβολής της στον φαινομενικά ασφαλές μας μικρόκοσμο. 1η ταινία του, τηλεοπτικού πλέον, John McNaughton (Mad Dog and Glory.1993) .Υπερ low budget, ωμό, τραχύ, σκοτεινό, δύσπεπτο, ανελέητο, αποκρουστικό, άρτιο, δυνατό και αληθινό. Μοναδική περίπτωση και σημείο αναφοράς για το σινεμά τρόμου. O Haneke θα έβρισκε τον φτωχό αμερικάνο πρόγονο του εδώ..."-Πού θα πας; -Πουθενά. Θέλεις να έρθεις;"
1.ακολούθησε το αχρείαστο  Henry: Portrait of a Serial Killer,part 2 (1996)
2. Χένρι: Το Πορτρέτο ενός Δολοφόνου (ελλ. τίτλος)
3.




Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Runaway Train (1985)

Δύο κατάδικοι δραπευτεύουν απο μια φυλακή υψίστης ασφαλείας στην Αλάσκα. Κυνηγημένοι ανεβαίνουν στο τελευταίο βαγόνι ενός φορτηγού τρένου. Ο οδηγός πεθαίνει και το τρένο μένει ακυβέρνητο ενω ταυτόχρονα τους καταδιώκει με ελικόπτερο ο διευθυντής των φυλακών.
Χολιγουντιανή παραγωγή σε σκηνοθεσία του αυτοεξόριστου Ρώσου Andrei Konchalovsky πάνω σε σενάριο του μεγάλου Akira Kurosawa  διασκευασμένο από τον φυλακόβιο συγγραφέα Edward Bunker (ο Mr. Βlue του Reservoir Dogs.1992). Απίστευτος συνδιασμός... Ξεκινά με τα αγαπημένα κλισέ των ταινιών φυλακής - εξέγερση - οι κρατούμενοι γιορτάζουν γιατί μετά από 3 χρόνια βγαίνει από την απομόνωση ο ισοβίτης ληστής τραπεζών Manny- "Όχι ανθρωπος, ένα ζωο". Αυτός ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του σαδιστή διοικητή και ετοιμάζεται για την επόμενη απόπειρα απόδρασης. Απρόθυμα δέχεται μαζί του έναν αφελή μποξερ, το παιδί για το καρότσι με τα άπλυτα,  που τον βλέπει σαν ήρωα. Ο δρόμος για την ελευθερία περνά από σκατά και χιονισμένα άγρια τοπία. Ανεβαίνουν στο Τρένο Της Μεγάλης Φυγής (ελλ. τίτλος) με άγνωστο προορισμό. Αργότερα φτάνει στο βαγόνι μια εργαζόμενη που ξέμεινε στο τρένο και τους πληροφορεί για τον θάνατο του οδηγού. Οι πρώτες στιγμές ελευθερίας γίνονται αγώνας για επιβίωση. Ψάχνωντας τρόπο να σταματήσουν το τραίνο που επιταχύνει συνεχώς πρέπει να ξεπεράσουν τις διαφορές τους και να δοκιμάσουν τις αντοχές και τα ηθικά τους όρια. Θαύματα δεν γίνονται... πανικός, απελπισία και αποκτήνωση - "Όχι, ζώο, είμαι κάτι χειρότερο. Άνθρωπος". Όταν ο διευθυντής τους φτάσει, ο Manny θα επαληθεύσει τη φήμη του και θα υπερβεί εαυτόν για να αναμετρηθεί με τον προσωπικό του δαίμονα.
  30- χρόνια μετά, παραμένει μια απο τις καλύτερες περιπέτειες που γυρίστηκαν ποτέ και αυτό γιατί ισορροπεί ανάμεσα στην ρεαλιστική καταιγιστική δράση και στην, σε βάθος, ανάπτυξη των χαρακτήρων πάνω σε ένα, αν και απλό, πολυεπίπεδο σενάριο με σεξπιρικές αναφορές και υπαρξιακές διαστάσεις. Από φυλακοταινία γίνεται θρίλερ δωματίου και από man vs machine vs nature adventure γίνεται ταινία καταδίωξης. Όπως σε όλες τις ταινίες φυλακής/απόδρασης ο θεατής ταυτίζεται με τους δραπέτες- ενεργοποιείται το απωθημένο ένστικτο της ελευθερίας- που κόντρα στη φύση και το νόμο παλεύουν να απεγκλωβιστούν από τη μοίρα τους. Παγωμένα τοπία εναλλάσσονται με την κλειστοφοβική ένταση στο εσωτερικό του βαγονιού και η απελπισία των ηρώων με τις προσπάθειες των υπαλλήλων να σώσουν το κύρος της εταιρίας ελένχοντας την πορεία του τρένου από τις αλάνθαστες ηλεκτρονικές κονσόλες. Οι εναλλαγές συναισθημάτων αποτυπώνονται στις πληθωρικές ερμηνείες των Jon Voight και Eric Roberts, που εδώ βρίσκονται στην καλύτερη στιγμή της καριέρας τους, και η αγωνία κορυφώνεται καθώς φτάνουμε προς το συγκλονιστικό φινάλε. Η ένταση σε κάθε πλάνο, ο ασταμάτητος ρυθμός και η απλότητα της ιστορίας πάνω στο καθολικό ζήτημα της ελευθερίας βρίσκουν την χρυσή τομή μεταξύ θεάματος και ουσίας και κάνουν για όλες τις μερίδες του κοινού την θέαση της μια μοναδική και αξέχαστη εμπερία
1.πρωτη εμφάνιση του Danny Trejo
2.νουβέλες του Edward Bunker (1933–2005) που έγιναν ταινία είναι τα Straight Time (1978) και Animal Factory (2000)
3.

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

A.C.A.B.: All Cops Are Bastards (2012)


παραπλανητικος και προκλητικος ο τιτλος. οι προθεσεις της ταινιας φαινονται στους τιτλους αρχης -τα ματ παραλαμβανουν τον εξοπλισμο τους και ετοιμαζονται για μια διαδηλωση απεργων -ακουγεται το Seven Nation Army- The White Stripes... οταν για 7η φορα ο πιο αντρας της παρεας/διμοιριας- ο κομπρα-αθωωνεται για υπερβολικη βιαιη συμπεριφορα ξεσπα σε χορο τραγουδωντας με την παρέα του το Police on my Back- The Clash...που ναι η μπαλα οεο ?
προς αποφυγην ενος σκατολογικου παραληρηματικου κειμενου θα εμπιστευτουμε την παντα αξιοπιστη στηλη The Cine Zone απο το  εντυπο δρομου Aυτονομη Ζωνη

Πολυαναμενόμενη για όλους μας ταινία, τόσο εξαιτίας του τίτλου και της θεματικής της όσο και εξαιτίας της προέλευσης της μιας και δεν είχαμε ξαναδεί ιταλική hooligan movie. Η ταινία όμως ήταν σκέτη απογοήτευση. Αντί για hooligan movie μας βγήκε cop movie. Μια περιγραφή της καθημερινότητας κάποιων μπάτσων, λίγο γήπεδο, αρκετή βία και ξυλίκι, λίγο νεοφασισμός και ξενοφοβία, πάρε και για τίτλο ένα A.C.A.B και αυτό ήταν... Ένας από τους μπάτσους έχει σπίτι του κορνίζα τον ντούτσε, ο άλλος έχει (πρώην) γυναίκα μετανάστρια, ένας άλλος είναι πρώην χούλιγκαν και προλετάριος και όλοι μαζί απαρτίζουν μια παρέα μπάτσων των δυνάμεων των μ.α.τ.
Τη μια η μπατσοπαρέα αυτή παρουσιάζεται ξενοφοβική και βίαιη, την άλλη φιλεύσπλαχνη με κοινωνικές και ανθρώπινες ευαισθησίες… Τη μια τους παρουσιάζει φασίστες και εθνίκια, την άλλη τους δείχνει να μπουκάρουν σε κατάληψη ιταλών «αυτόνομων» εθνικιστών προκειμένου να εκδικηθούν για μαχαιριά που έφαγε ένας μπάτσος της παρέας... Ότι να ναι…
Και εννοείται πως δε μας νοιάζει ούτε μας ενδιαφέρει  η καθημερινότητα των μπάτσων. Πόσο μάλλον μια «μπατσοτόλμη και γοητεία» που παρουσιάζει τους μπάτσους σαν φιλεύσπλαχνους και ανθρωπιστές(!!). Καθόλου τυχαίο που οπαδοί της Roma ανάρτησαν πανί (που ανέφερε: "Ο Federico, o Stefano, o Gabrielle και άλλοι ακόμη... "Α.C.A.B" δεν είναι μία ταινία"..) κράζοντας την εν λόγω ταινία.

1.ACAB -Κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από το ομώνυμο τραγούδι του Oi Punk συγκροτήματος 4-Skins, από το ντεμπούτο άλμπουμ τους του 1982 "The Good, The Bad & The 4-Skins" αλλά πήρε πολιτικό νόημα όταν χρησιμοποιήθηκε κατά την μεγάλη απεργία των Άγγλων ανθρακωρύχων το 1984/1985... Αργότερα, αποτυπώθηκε σε τατουάζ φυλακισμένων και φανατικών οπαδών διαφόρων ποδοσφαιρικών ομάδων...

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Compliance (2012)

Η προϊστάμενη ενος φαστ-φουντ εστιατορίου μεγάλης αλυσίδας λαμβάνει τηλεφώνημα από κάποιον που συστήνεται ως αστυνομικός διευθυντής. Λέει οτι κάποιος από το προσωπικό του καταστήματος έκλεψε χρήματα από τσάντα πελάτη. Στις περιγραφές ταιρίαζει η 19χρονη Μπέκι. Αυτή αρνείται κάθε ενοχή. Ο μπάτσος καλεί τη προϊστάμενη να προβεί σε σωματικό έλενχο. Αυτή υπακούει και σιγά σιγά οι εντολές γίνονται όλο και πιο περίεργες.
Σε 10 χρόνια πραγματοποιήθηκαν 70 όμοια περιστατικά σε 30 πολιτείες των USA μέχρι που ο 37χρόνος σωφρονιστικός υπάλληλος φαρσερ συνελήφθει το 2004. Τηλεφωνικές φάρσες που κατέληξαν σε "βιασμό" και είχαν ονομαστεί Strip Search Prank Call Scam. Η φάρσα μοιάζει με διαφορετική εκδοχή του πείραματος Mίλγκραμ.
Η φωνή απ'το τηλέφωνο είναι ο υπεύθυνος του πειράματος/ αυθεντία, οι υπάλληλοι είναι τα πειραματόΖωα/ δάσκαλοι και η Μπέκι είναι η μαθητευόμενη.
Ο φαρσερ απαιτεί να τον προσφωνούν Κύριο ή Όφισερ και κάνει σαφές την σοβαρότητα της κατάστασης. Ψαρεύει πληροφορίες και κρατά σημειώσεις για την εξέλιξη της φάρσας. Είναι βράδυ Παρασκευής-το εστιατόριο είναι πολύ μπιζι και οι υπάλληλοι πηγαινοέρχονται απο το πόστο τους στην αποθήκη όπου κρατείται η κατηγορούμενη. Το τηλέφωνο αλλάζει χέρια και τα θύματα της φάρσας πληθαίνουν. Μια τους εκβιάζει, μια τους ενθαρρύνει, μια κρύο μια ζέστη. Ο σωματικός έλενχος δεν αρκεί και τους διατάζει να την γδύσουν... κανείς δεν του το κλείνει στη μάπα και η παράνοια συνεχίζεται.
Το νόημα το πιάνεις από νωρίς και περιμένεις να δεις τα όρια της βλακείας και πότε επιτέλους θα επέμβει η λογική. Κάπου χάνει την αληθοφάνεια του και απορείς πως κάποιος μπορεί να είναι τόσο ηλίθιος, αλλά τόσα σχιζοφρενικά έχουν συμβεί επειδή κάποιος διέταξε και κάποιος υπάκουσε.... αυτό είναι τραβηγμένο? Η ανίκητη απέραντη ανθρώπινη βλακεία πάντα θα εκπλήτει...Αυτές οι μικρές "ασυνείδητες" καθημερινές "ασήμαντες" ασκήσεις εξουσίας-υποταγής (όπως π.χ. πρίν ακόμα χτυπήσει το τηλέφωνο, οι υπάλληλοι υπακούοντας την προϊστάμενη, εν γνώση τους αλλά απαλλαγμένοι από ευθύνες, σερβίρουν το αλλοιωμένο μπέικον...εγώ τη δουλειά μου κάνω) είναι ο τρόπος λειτουργίας του κόσμου.
Υπερ low badget αλλά αξιοπρεπές, εξελίσσεται εξ ολοκλήρου στο εστιατόριο και χωρίς να δικάζει μεν κ δε, αναπαριστά μια θλιβερή πραγματικότητα όπως την κατέγραψαν οι εσωτερικές κάμερες ασφαλείας. Σωστές οι ερμηνείες αν και η ίδια η ιστορία είναι ο πρωταγωνιστής. Θα μπορούσε να είναι μικρότερη αλλά δεν έχει και πολύ σημασία. Μια χρήσιμη αποκαλυπτική ενοχλητική ταινία τρόμου ψυχολογικής βίας
1.